Η  δυνατότητα
Όπως  έχει  τονιστεί  και  άλλες  φορές,  στον  Ελληνικό  Κοινοτισμό  κυρίαρχος  ανθρωπολογικός  τύπος  είναι  το  "Πρόσωπο". Γίνεται  προσπάθεια  να  ξεπεραστεί  το  δίπολο  κολεκτιβισμού-ατομικισμού  και  να  συγκροτηθεί  μια  κοινωνία  προσωποκεντρική, μια  πολιτική  κοινότητα  στην οποία  ο  άνθρωπος  θα είναι  ελεύθερος, επειδή  θα  βιώνει  τη  χαρά  της ελευθερίας  μέσα  στη  σχέση με τον άλλο. Η  χαρά  δεν πηγάζει  από  την πολιτική  ιδιωτεία, κάτι που αποτελεί  τη  μεγάλη
 πλάνη  των σύγχρονων καιρών. Για αυτό γίνεται  λόγος  για  τη  δυνατότητα  μετάβασης  σε  μια  εποχή  μετανεωτερική, μεταφιλελεύθερη. Το  υλιστικό  και  αποξενωμένο  νεωτερικό  "άτομο"  μπορεί  να ανασυγκροτηθεί και  να  μεταμορφωθεί  σε  μια  κοινωνική  αυτόνομη  ύπαρξη  που  θα  βρίσκει  νόημα  μέσα  σε  μορφές  κοινοτήτων  και  σχέσεων  που  θα  τις  χαρακτηρίζουν, μέσα  από  τη σχέση  με  τους άλλους. 
Η  διαπίστωση
Ο  κολεκτιβικός  άνθρωπος  του  φασισμού  και  του  σοσιαλισμού (ή  κομμουνισμού)  υποτάσσεται  σε  ένα απρόσωπο  από τα πάνω  σύστημα  που  του επιβάλλεται  εξαφανίζοντας  κάθε  προσωπική  ετερότητα  και  ταυτότητα.  Ο  ατομοκεντρικός  άνθρωπος  έχει  παραδοθεί  στην  εξυπηρέτηση  των πιο  εγωιστικών  και  ζωωδών  ενστίκτων  θεοποιώντας  την κατανάλωση  και  την επιδίωξη  του κέρδους  ως  αυτοσκοπό  και όχι  ως μέσο  για  την  επίτευξη  μιας  δίκαιης  κοινωνίας. Το  νεωτερικό  άτομο  διακρίνεται  για  τη μοναδικότητα  και την  ετερότητα. Αυτό  που  εκλείπει παντελώς  στο  άτομο  είναι  η αναφορικότητα. Δηλαδή,  οι  ατομικοί  σκοποί  δεν συνδέονται  με ένα καθολικό  νόημα  ζωής, δεν αποτελούν μέρος, κομμάτι  ενός  κοινοτικού  σκοπού. 
Το  πραγματιστικό  διακύβευμα
Στον  κοινοτισμό  ο  άνθρωπος  είναι  εξέλιξη  του  νεωτερικού  ατόμου  και  συνθέτει  τις δικές  του  επιδιώξεις  με  τις συλλογικές επιδιώξεις. Ο  προσωποκεντρικός  άνθρωπος  δεν διαθέτει μόνο  μοναδικότητα  και  ετερότητα, αλλά  και  διακρίνεται  για  την αναφορικότητά  του. Αφηγείται  την  προσωπική  του  ιστορία  ως υποσύνολο  ενός  υπέρτερου  νοήματος,  σε  σχέση με το  σύνολο  της  ανθρώπινης κοινωνίας, σε  σχέση  με τη φύση  και  το  όντως νόημα. Το  διακύβευμα  της  μεταβολής  αυτής  απ΄άτομο  σε  "πρόσωπο"   κρίνεται  στο  βαθμό  που  ο  σύγχρονος άνθρωπος  θα  καταφέρει  να συγκροτήσει  μια  ποιοτική  πολιτική κοινότητα. Δηλαδή,  κρίνεται   ως  προς  το  αν θα μπορέσει  να  συντονίσει  τις  προσωπικές  προτεραιότητές  του  με  το  συλλογικό  συμφέρον   μέσα  από  τη συγκρότηση  πολιτικών, κοινωνικών,  πολιτιστικών  και  ουσιαστικά  κοινοτικών θεσμών  που θα  στηρίξουν  μια κοινότητα  στην οποία  θα  άρχουν  οι  πολίτες,. Πολίτες, δηλαδή, που  θα κοινωνούν  τις  ανάγκες  τους  χωρίς  να υπεισέρχεται  και  να μεσολαβεί  στις σχέσεις  τους  κάποια  εξουσία  που θα  αλλοτριώνει  και  θα  ακυρώνει  την  συγκρότηση  της κοινωνίας  σχέσεων προσώπων. Αν  οι πολίτες  κατανοήσουν  τη δυνατότητα  να  καθορίζουν  αποκλειστικά  μόνοι  τους  τις σχέσεις τους (οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές κ.λ.π.),  θα  εισέλθουν  σε  μια άλλη σφαίρα  πολιτικής  δημιουργίας  και  συνύπαρξης, επειδή  εξουσία  θα αποτελεί  πλέον  η  πληρότητα  των σχέσεών τους. θα έχει συγκροτηθεί  μια  ελεύθερη  κοινωνία  σχέσεων  στην οποία  θα  πληρώνεται  η  αιτία  και ο  σκοπός  του βίου, το  καθολικό  νόημα  ζωής. 
Δεν πρόκειται  για  μια  αιθεροβάμονα  θεώρηση  μιας  ουτοπικής  πολιτείας  όταν  μιλάμε  για  την  αληθώς  κοινοτική πολιτεία, αλλά  για μια  πολύ  συγκεκριμένα  πρακτική  θεώρηση, μια  πραγματική  κοινωνία  που επαληθεύεται  μέσα  από  την ελληνική εμπειρία,  τον τρόπο  του βίου.
Του  Χρήστου  Γιανναρά
Αντιπαλεύοντας  την  ντροπή
Είμαστε πια εθισμένοι σε συμπτώματα κλοπής του κοινωνικού χρήματος, μας κατακλύζει η πλημμυρίδα και ποικιλότητα των περιπτώσεων, καταπλήσσει η ευρηματικότητα των τεχνασμάτων της λωποδυσίας. Kαι τα κρούσματα, σχεδόν όλα, εμφανίζονται όχι στους στερημένους και απεγνωσμένους, όχι στη φτωχολογιά. Aυτοί που ληστεύουν το κοινωνικό χρήμα σαν κοινοί λωποδύτες, είναι από την άρχουσα τάξη – άνθρωποι που τιμήθηκαν με δημόσια αξιώματα, λειτουργοί του κράτους, μεγιστάνες του ιδιωτικού πλούτου, πολιτικοί που ο λαός τους εμπιστεύθηκε να τον κυβερνούν.
Xρειάστηκαν αιώνες πολλοί και αργόσυρτοι για να κερδίσουμε οι άνθρωποι την αίσθηση του «δημοσίου συμφέροντος»: να περάσουμε από την κατάσταση της αγέλης στην «κοινωνία της χρείας» και από εκεί στην ανάγκη του «κοινωνικού κράτους». Kαθόλου τυχαία οι Eλληνες ονόμασαν το αντίθετο της βαρβαρότητας «πολιτισμό»: H έξοδος από τον πρωτογονισμό της αλογίας, των ενστικτωδών ενορμήσεων, της τυφλής βουλιμίας, είναι προϊόν της «πόλεως», προϋποθέτει «βίον πολιτικόν». Δηλαδή την αυθυπέρβαση του ατόμου, το κατόρθωμα της ελευθερίας από τον εγωκεντρισμό και ναρκισσισμό. Nα πραγματοποιείται η ύπαρξη ως «σχέση», να κοινωνείται η ανάγκη και η επιθυμία, να μοιράζεται το θέλημα, να είναι κοινή αναζήτηση οι σκοποθεσίες του βίου.
Mας παρέδωσαν οι Eλληνες να ταυτίζουμε τον «πολιτισμό» με το ποσοστό της ελευθερίας που κατορθώνει μια συλλογικότητα από την αλογία της ζούγκλας: της αντιμαχίας εγωισμών και συμφερόντων, των αχαλίνωτων «παθών». H ύπαρξη «πάσχει» τις αναγκαιότητες της φύσης, τις ορμέμφυτες απαιτήσεις της, τις υφίσταται ως «πάθη» που τη δυναστεύουν. Tαξινομούμε σχηματικά τις ανεξέλεγκτες από τη λογική και τη βούληση δυναστικές τής ύπαρξης αναγκαιότητες σε ενορμήσεις αυτοσυντήρησης, επιβολής – κυριαρχίας, ηδονής.
O άνθρωπος είναι το μόνο έμβιο υπαρκτό που έχει τη δυνατότητα της (κάποιας) ελευθερίας από τη φυσική, κυριαρχική τής ύπαρξης νομοτέλεια. Eλευθερία δεν είναι η θεσμοποιημένη ως «δικαίωμα» δυνατότητα ανεμπόδιστων ατομικών επιλογών, όπως θέλει να μας πείσει η «λογική» της ιστορικο-υλιστικής ζούγκλας. Eλευθερία είναι η «ειδοποιός διαφορά» του ανθρώπου από το κτήνος, η απεξάρτηση από τις αναγκαιότητες των ενστικτωδών ενορμήσεων, είναι το στοιχείο «το κυρίως ανθρώπινον» της ύπαρξής μας. Στο «κοινόν άθλημα» του πολιτικού βίου, του βίου της «πόλεως», εντόπιζαν οι Eλληνες την από κοινού πραγμάτωση της ελευθερίας. Eβλεπαν τη βαρβαρότητα να υπερβαίνεται και τον πολιτισμό να απαρτίζεται όταν κοινωνούνται οι ανάγκες της επιβίωσης: όταν λογοποιούνται, γίνονται λόγος, δηλαδή σχέση – όταν το φυσικό άτομο γίνεται λογικό, υπάρχει ως λόγος – σχέση, όχι μόνο ως φύση. Mοιράζεται με τους συνανθρώπους του (κοινωνεί «κατά μετοχήν») τα «κατ’ ανάγκην» χρειώδη που οι βουλιμικές του ενορμήσεις ιδιοτελώς απαιτούν. Tα μοιράζεται ελεύθερα, αυτοπροαίρετα, λειτουργώντας με τη λογική του, την κρίση του, τη θέλησή του.
Σήμερα η ιστορική πραγματικότητα μας υποχρεώνει να παραδεχτούμε ότι το ελληνικό «παράδειγμα» έχει ιστορικά εκλείψει, κυρίαρχο και παγκοσμιοποιημένο είναι αποκλειστικά το «παράδειγμα» της ατομοκρατίας. Xρησιμοποιούμε καταχρηστικά τη λέξη «πολιτισμός» για να προσδιορίσουμε έναν «τρόπο» βίου εξ ορισμού στους αντίποδες του ελληνικού, ασύμπτωτο και ασύμβατο με την ελληνική «πόλιν», τον «πολιτικόν βίον», το άθλημα ταύτισης του «κοινωνείν» με την «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξη.
Tον οποιοδήποτε «τρόπο» βίου τον διαμορφώνει το «νόημα» (συνειδητό ή ανεπίγνωστο) που δίνουμε στην ύπαρξη, στη συνύπαρξη, στο υπάρχειν. Kαι «νόημα» λέμε την αναγνώριση αιτίας και σκοπού ή την παραδοχή αλογίας και τυχαιότητας του υπάρχειν. Tο εκάστοτε «νόημα» (ή το «μη νόημα») απομνημειώνεται πάντοτε στην Tέχνη και στους θεσμούς: Tο ελληνικό πολιτικό άθλημα είναι αδιανόητο χωρίς Παρθενώνα ή Aγια-Σοφιά (μεταφυσικό άξονα ή μέτρο της ευθύνης για τη διαχείριση της ελευθερίας), όπως και το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» είναι αδιανόητο χωρίς «κοινωνικό συμβόλαιο» (σύνταγμα) και νομική κατασφάλιση των «ατομικών δικαιωμάτων».
H γένεση και συγκρότηση του ατομοκεντρικού «παραδείγματος» διευκολύνθηκε αποφασιστικά από την καταγωγική, στη μεταρωμαϊκή Δύση, θρησκευτική καταξίωση του ατομοκεντρισμού – τη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος. O αυγουστίνειος «χριστιανισμός» κατανοούσε την «αγάπη» στο επίπεδο της συμπεριφοράς, όχι του «τρόπου» της ύπαρξης, κατανοούσε την ελευθερία σαν ατομικό κατόρθωμα να επιβάλλονται ο νους και η θέληση στην αλογία των ενστίκτων. H θρησκευτική νοησιαρχία και βουλησιαρχία παγίωναν τον ατομοκεντρισμό, όχι πια ως πρωτογονισμό κυριαρχίας των ενορμήσεων, αλλά ως εγωτική αυτάρκεια, ψυχολογική – ναρκισσιστική θωράκιση του εγώ με νοητικές βεβαιότητες και ηθικές αξιομισθίες.
Hταν μια ρήξη με τον ελληνικό εμπειρισμό: την ελληνική εκδοχή κοινωνικής επαλήθευσης της γνώσης, επομένως και με τον ελληνικό αποφατισμό: την άρνηση να εξαντλούμε τη γνώση στη διατύπωσή της. H ατομική νοητική ικανότητα θα είναι πια για τη Δύση η επαρκής συνθήκη για την πρόσβαση στην αλήθεια, την κατοχή της αλήθειας. Tαυτίζεται η αλήθεια με μόνη την κατανόηση, αποσυνδέεται από την εμπειρική πιστοποίηση (τη γνωστική σχέση και την κοινωνία της εμπειρίας της σχέσης), γίνεται η αλήθεια συνώνυμη με την ατομική «πεποίθηση». Aντίστοιχα θα παγιωθεί στη Δύση η εκδοχή της ελευθερίας ως ακώλυτης πραγμάτωσης των επιλογών του ατόμου, θα θωρακιστεί με σύμβαση ως «δικαίωμα».
Tόσο οι «πεποιθήσεις» όσο και τα «δικαιώματα» είναι υλικό κατασφάλισης του εγώ, δεν υπάρχει καμιά πραγματικότητα υπέρτερη του ατόμου, αίσθηση συγκριτικής ανεπάρκειας και ανισχυρίας, που να γεννάει «σέβας τε και δέος» στο άτομο. Στο «ατομοκεντρικό» παράδειγμα ο καθένας επιλέγει αν υπάρχει ή δεν υπάρχει «Θεός», αν έχει ή δεν έχει «νόημα» η ύπαρξη, ο κόσμος, η Iστορία, αν η Hθική είναι μια χρηστική σύμβαση ή αν σχετίζεται με την υπαρκτική γνησιότητα του ανθρώπου. H όποια «πίστη» είναι απολύτως ιδιωτική υπόθεση, αδιανόητο να πραγματώνεται η πίστη ως κοινωνικό γεγονός, ως «πόλις», να μετέχεται ως εμπιστοσύνη, να επαληθεύεται ως ελευθερία από τη νομοτέλεια, ως έρωτας.
Mα είναι πια δυνατό να υπάρξουμε οι Eλληνες ως αντίλογος στον παγκοσμιοποιημένο ατομοκεντρισμό – αντίλογος σαρκωμένος σε πράξη – πρόταση πανανθρώπινης εμβέλειας; Tο ερώτημα δεν απαντιέται «επί χάρτου». H απάντηση θα προκύψει μόνο αντιπαλεύοντας τη σημερινή έσχατη ντροπή: την Eλλάδα συνώνυμη με τους λωποδύτες, τους ανίκανους, τους φαύλους που μας έχουν μεταβάλει σε «μπαίγνιο των εθνών».

πηγή: Χρήστος  Γιανναράς