ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΥ 4

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΥ 4

ΕΤΙΚΕΤΕΣ

Η ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΩΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ



Τον 21ο αιώνα δεν μπορεί να έχει νόημα καμιά συζήτηση για την αληθινή δημοκρατία χωρίς να εμπλέκεται σαν συνοδευτικός της θεσμός η διαβούλευση. Διαβούλευση και δημοκρατική λειτουργία αποτελούν έννοιες συμπληρωματικές και αδιαχώριστες μεταξύ τους. Δημοκρατία χωρίς διαβούλευση δεν υπάρχει, διαβούλευση χωρίς δημοκρατία πάλι δεν υφίσταται. Μετά το τέλος των νεωτερικών ιδεολογιών (φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού) ακόμα και οι θεωρητικοί υποστηρικτές τους μιλούν για την έννοια της διαβούλευσης. Καθίσταται αίτημα των νέων καιρών η ιδιότητα του πολίτη, του ενεργού πολίτη που συμμετέχει στη διαβούλευση και στη λήψη των αποφάσεων για την πόλη του και την πατρίδα του. 

Του  Σπύρου  Μακρή

ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΟΨΕΙΣ  



Διάγραμμα άρθρου

1. Διαβούλευση, πολιτική φιλοσοφία και δημοκρατική θεωρία.
2. Ελευθεριακές και νεο-διαφωτιστικές φιλοσοφικές θεωρίες της διαβούλευσης.
3. Δημοκρατικό έλλειμμα και διαβουλευτικοί θεσμοί.
4. Ριζοσπαστικές και ρεπουμπλικανικές κριτικές της διαβουλευτικής δημοκρατίας.
5. Μερικά συμπεράσματα.
    Βιβλιογραφία. 

1. Διαβούλευση, πολιτική φιλοσοφία και δημοκρατική θεωρία.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, στα πλαίσια της κατάρρευσης του διπολισμού και του τέλους του Ψυχρού Πολέμου (1992 και εντεύθεν), συντελείται στο πεδίο της δημοκρατικής πολιτικής θεωρίας και φιλοσοφίας, κανονιστικής ή δεοντολογικής και περιγραφικής ή εμπειρικής, μία εκτενής και ενδελεχής συζήτηση περί της φύσης και του περιεχομένου της φιλελεύθερης δημοκρατίας, η οποία έχει πλέον πολιτογραφηθεί στις τάξεις των ειδικών μελετητών ωςδιαβουλευτική στροφή (the deliberative turn) (Dryzek 2004:145). Η θεματολογία της διαβουλευτικής στροφής εστιάζεται κυρίως στην έννοια της διαβουλευτικής δημοκρατίας και εντάσσεται στο στοχαστικό πλαίσιο μίας ευρύτερης φιλοσοφικής και θεωρητικής αναζήτησης, η οποία αφορά ουσιαστικά στη νομιμοποιητική
αναβάθμιση και δη στη συμμετοχική εμβάθυνση της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας και συνδέεται με μία σειρά από συναφείς στοχοθεσίες και αντιλήψεις, όπως είναι για παράδειγμα η ρεπουμπλικανική στροφή, η κοινοτιστική στροφή κ.ο.κ. (Λάβδας και Χρυσοχόου 2004:13).

Ο όρος διαβουλευτική δημοκρατία (deliberative democracy), που επινοήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από το Joseph M. Bessette το 1980 σε ένα άρθρο του με τίτλο «Deliberative democracy: the majoritarian principle inrepublican government», στα πλαίσια ενός Συλλογικού Τόμου (Bessette 1980), αναφέρεται σε μία μορφή δημοκρατικής νομιμοποίησης (democratic legitimacy), η οποία προκύπτει από τη συμμετοχή των πολιτών σε θεσμούς και διαδικασίες και ορίζεται ως δημόσια διαβούλευση (public deliberation). Το μοντέλο της διαβουλευτικής δημοκρατίας, στις κανονιστικές (πχ. John Rawls) ή τις διαδικασιακές του μορφές (πχ. Jürgen Habermas), στοχεύει στον ποιοτικό μετασχηματισμό της ψηφοκεντρικής (vote-centric) ή αλλιώς αθροιστικής δημοκρατίας (aggregative democracy) (Dryzek 2004:145), σύμφωνα με την οποία οι προτιμήσεις (preferences) των πολιτών θεωρούνται δεδομένες και έτσι ουσιοκρατικά προδιαγεγραμμένες. Υπ’ αυτή την έννοια, το πολιτικό περιεχόμενο της δημόσιας διαβούλευσης γίνεται αντιληπτό ως μία φιλοσοφική θεωρία της δημοκρατίας, με άλλα λόγια ως μία διασκεπτική και διαλογική (discursive) κριτική της εργαλειακής νεοτερικής ορθολογικότητας, που στοχεύει στον εκδημοκρατισμό του ωφελιμιστικού ορθολογικού πράττειν (Dryzek 1994:3).

Στο παρόν άρθρο μας επιχειρούμε να παρουσιάσουμε τις κύριες κανονιστικές (normative) και διαδικασιακές (procedural) όψεις του μοντέλου της διαβουλευτικής δημοκρατίας, τα θεμελιώδη πολιτικά ζητήματα που θέτει και θίγει η διαβουλευτική συζήτηση, καθώς επίσης να αναδείξουμε και να προδιαγράψουμε, σε ένα βαθμό, τα τεχνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ενδεχόμενη εφαρμογή του στις σύγχρονες μαζικές ή μεγάλης κλίμακας δημοκρατίες (large scale democracies) και εν κατακλείδι να οριοθετήσουμε τα φιλοσοφικοθεωρητικά του όρια,  στο πλαίσιο της συστηματικής κριτικής που δέχεται από την πλευρά πχ. των οπαδών της ριζοσπαστικής δημοκρατίας (radical democracy), όπως είναι η περίπτωση της Chantal Mouffe (Mouffe 2004). Με βάση τα παραπάνω, το εν λόγω άρθρο κινείται περισσότερο στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας και ειδικότερα της δημοκρατικής πολιτικής θεωρίας, με συγκεκριμένες αναφορές στο εμπειρικό πεδίο
της πολιτικής πρακτικής, όπου αυτό είναι σκόπιμο και απαραίτητο για τη δομή και την κατανόηση του βασικού μας επιχειρήματος.

Οι επιθετικοί προσδιορισμοί της δημοκρατίας υποδηλώνουν τόσο τον πλούτο της δημοκρατικής θεωρίας όσο και το αδιάπτωτο επιστημονικό ενδιαφέρον γύρω από τη μορφή και το περιεχόμενο της νεοτερικής φιλελεύθερης δημοκρατίας (Saward 1998). Μία σειρά από αντιθετικά ζεύγη μοντέλων δημοκρατίας, όπως για παράδειγμα συμμετοχική vs αντιπροσωπευτική δημοκρατία, διαβουλευτική vs ψηφοκεντρική δημοκρατία κλπ., οριοθετούν τις θεμελιώδεις προβληματικές της πολιτικής θεωρίας περί δημοκρατικής διακυβέρνησης και αναδεικνύουν τη δημοκρατική θεωρία σε μία ηθική Esperanto της σύγχρονης συζήτησης περί κράτους και πολιτικών συστημάτων (Dryzek 2004:144). Αν και ο όρος δημοκρατία περιβάλλεται πολλές φορές από μία εννοιολογική σύγχυση και εξ αυτού προκρίνονται προς χρήση έτεροι όροι, όπως η έννοια της πολυαρχίας (polyarchy) του Robert Dahl (Μακρής 2007:182), είναι πλέον επιστημονικά αποδεκτό ότι οι ετυμολογικές και σημασιολογικές του απαρχές ανιχνεύονται στα χρόνια της αρχαίας Αθήνας (Cartledge 2009), εφόσον προέρχεται από τα ελληνικά και είναι σύνθετο παράγωγο του ουσιαστικού δήμος (demos), που σημαίνει λαός ή σύνολο των πολιτών, και του ρήματος κρατείν, που σημαίνει κυριαρχώ ή ασκώ εξουσία, δηλαδή την κυριαρχία ή την εξουσία του δήμου, πιο συγκεκριμένα τη λαϊκή κυριαρχία ή
την κυριαρχία των πολιτών (Schmidt 2004:19).

Ωστόσο, ο όρος αποκτά καθολική αναγνώριση και θετικές συνδηλώσεις μόλις κατά το 19ο αιώνα, αφού προηγουμένως ο κλασικός πολιτικός φιλελευθερισμός και οι νεοτερικοί θεωρητικοί της δημοκρατικής διακυβέρνησης, αρχής γενομένης από τον John Locke (Μακρής 2007:71), είχαν προσδιορίσει σε μεγάλο βαθμό τα ιστορικά, ειδολογικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του. Στον 20ό αιώνα, το διακύβευμα του εννοιολογικού προσδιορισμού της δημοκρατίας ταυτίστηκε με την προβληματική του εκδημοκρατισμού των αυταρχικών καθεστώτων και μετουσιώθηκε στις θεωρίες της δημοκρατικής μετάβασης (theories of democratic transition). Στα πλαίσια αυτής της ιστορικο-θεωρητικής διερεύνησης, ο όρος δημοκρατία και γενικότερα η τυπολογία των δημοκρατικών μορφών συνοψίστηκαν τελικά σε δύο αντιλήψεις, που δεσπόζουν σήμερα στο χώρο της δημοκρατικής θεωρίας και της πολιτικής επιστήμης εν γένει και οριοθετούν το φιλοσοφικό εύρος της διαβουλευτικής στροφής, με βάση κυρίως τον ενεργό ή όχι ρόλο των πολιτών στις δημόσιες υποθέσεις (Weale 1999:19).

Από τη μία έχουμε τη μινιμαλιστική εκδοχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η αντίληψη αυτή αντλεί την έμπνευση και τη θεμελίωσή της από το σχετικό έργο του Joseph A. Schumpeter (Μακρής 2007:166) και αντιλαμβάνεται τη δημοκρατία ως μία τεχνική πολιτικής διακυβέρνησης, δηλαδή ως ένα μηχανισμό εκλογής και ανάδειξης της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας. Από την άλλη, έχουμε μία
μαξιμαλιστική αντίληψη, η οποία γειτνιάζει στη φιλοσοφία της δημόσιας διαβούλευσης και αντιλαμβάνεται τη σύγχρονη μαζική και τις πλείστες φορές παθητικά αντιπροσωπευτική φιλελεύθερη δημοκρατία στα πλαίσια ενός ριζοσπαστικού και ενίοτε επαναστατικού συμμετοχικού μετασχηματισμού όχι μόνο του θεσμικού κράτους, αλλά κυρίως και πρωτίστως της κοινωνίας των πολιτών (civil society) (Μακρής 2002:57 και Warren 2001:56).

Μολονότι η διαβουλευτική στροφή αποτελεί το ύστατο μείζον διακύβευμα της νεοτερικής δημοκρατικής θεωρίας, οι λογικές απαρχές της διαβουλευτικής πολιτικής φιλοσοφίας ανάγονται στα χρόνια της αθηναϊκής πόλεως (polis) και του Αριστοτέλη (Talisse 2008:45-52). Μπορεί η έννοια της πολιτικής συμμετοχής (participation) να απασχόλησε τόσο τους ρεπουμπλικανούς στοχαστές της ρωμαϊκής αρχαιότητας όσο και τους θεολόγους και τους πολιτικούς διανοητές του ύστερου Μεσαίωνα, κυρίως μέσα από τη συνοδική θεωρία (Μακρής 2007:23), ωστόσο το συμμετοχικό μοντέλο της δημοκρατίας τέθηκε εν τέλει στο επίκεντρο του πολιτικού φιλελευθερισμού και της δημοκρατικής θεωρίας από τον John Stuart Mill και εφεξής (19ος αιώνας), για να αποκτήσει στον 20ό αιώνα, μετά τον Β΄ ΠΠ και την ήττα του Ολοκληρωτισμού και ιδίως από τη δεκαετία του 1990
και εφεξής, όπου η κατάρρευση των αυταρχικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης σηματοδότησε ένα νέο κύμα εκδημοκρατισμού και την αναζωογόνηση της δημοκρατικής θεωρίας, μία γκάμα φιλοσοφικών εκπροσώπων και πολιτικών θεωριών, που κορυφώνονται στις συναφείς έννοιες της διαλογικής, της διασκεπτικής και κυρίως της διαβουλευτικής δημοκρατίας (Elster, 1998).

Η συμμετοχική πολιτική θεωρία δίνει ιδιαίτερο βάρος στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών και εντάσσεται όπως και η διαβουλευτική δημοκρατία στο πλέγμα των λεγόμενων θεωριών του πολίτη (theories of citizen) (Παραράς 2004 και Kymlicka 2006:408). Η πολιτική εξουσία και η κυβέρνηση προκύπτουν μέσα από τη διαλογική συναίνεση ισότιμων ηθικά και νομιμοποιητικά πολιτικών υποκειμένων (οι φυσικοδικαιϊκές φιλοσοφικές και πολιτικές θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου) και όχι μέσα από το περιοδικό άθροισμα προκαθορισμένων πολιτικών προτιμήσεων (η ωφελιμιστική αντίληψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας) ή από την εργαλειακή σύζευξη αυταρχικών προσταγών και νομιμοποιημένης τυπικά και γραφειοκρατικά ισχύος (η βεμπεριανή αντίληψη της νεοτερικής δημοκρατίας) (Schmidt 2004:279).

Το 1998, ο James Bohman αναφέρθηκε πολύ χαρακτηριστικά στην έλευση της εποχής της διαβουλευτικής δημοκρατίας (the coming of age of deliberative democracy) (Bohman 1998). Έκτοτε, η προβληματική περί διαβούλευσης και διαβουλευτικής δημοκρατίας έχει τεθεί και εστιασθεί γύρω από τη διερεύνηση και την απάντηση έξι κεντρικών ερωτημάτων, που προσδιορίζουν και αναδεικνύουν σε μεγάλο βαθμό τις φιλοσοφικές, θεωρητικές και κριτικές πτυχές της διαβουλευ-
τικής συζήτησης in toto (Elstub 2005:148):

• Τι είναι η διαβουλευτική δημοκρατία;
• Γιατί η διαβουλευτική δημοκρατία αντιμετωπίζεται τόσο θετικά;
• Ποια είναι η φύση του δημόσιου επιχειρήματος;
• Είναι η διαβουλευτική δημοκρατία ένα διακριτό μοντέλο δημοκρατίας;
• Μπορεί η διαβουλευτική δημοκρατία να προωθήσει αποτελεσματικά και
με συνέπεια την πολιτική ισότητα;
• Τέλος, μπορεί η διαβουλευτική δημοκρατία να υλοποιηθεί θεσμικά;

Για να ορίσουμε τη διαβουλευτική δημοκρατία στοιχειωδώς θα πρέπει να θέσουμε το ζήτημα του δισυπόστατου περιεχομένου της και να δούμε ξεχωριστά τα δύο στοιχεία-κλειδιά, τα οποία οριοθετούν το εννοιολογικό της πλαίσιο. Το στοιχείο της δημοκρατίας είναι η συλλογική λήψη αποφάσεων μέσω της συμμετοχής όλων των σχετικών δρώντων (πολίτες με δικαίωμα ψήφου), ενώ το διαβουλευτικό στοιχείο αναφέρεται στη διαδικασία διαμόρφωσης των αποφάσεων μέσα
από το «δούναι και λαβείν» ορθολογικών επιχειρημάτων. Με τη συνδρομή του Jon Elster, ενός εκ των επιφανών θεωρητικών εκπροσώπων της διαβουλευτικής στροφής (Elster 1998:1), μπορούμε να ορίσουμε τη διαδικασία της δημοκρατικής διαβούλευσης ως εξής:

δημοκρατική διαβούλευση καλείται η διαδικασία μετασχηματισμού
των προτιμήσεων ίσων και ελεύθερων πολιτών,
διαμέσου μίας ορθολογικής, επιχειρηματολογικής
και κατά μείζονα λόγο αμερόληπτης επικοινωνίας.

2. Ελευθεριακές και νεοδιαφωτιστικές φιλοσοφικές θεωρίες της διαβούλευσης

Η διαβουλευτική δημοκρατία αποτελεί ένα διακριτό φιλοσοφικο-πολιτικό επιχείρημα μεταξύ των δημοφιλών θεωριών της δημοκρατίας στη σύγχρονη εποχή. Αν θα θέλαμε να την εντάξουμε στη μεθοδολογική προοπτική της δημοκρατικής θεωρίας σήμερα, θα λέγαμε ότι κατά μείζονα λόγο έχει μία κανονιστική και δεοντολογική διάσταση, έναντι των λεγόμενων περιγραφικών και σημασιολογικών διαστάσεων, με την έννοια ότι θέτει προς διερεύνηση κυρίως ζητήματα δημοκρατικής και πολιτικής αξιολογίας, ζητήματα δηλαδή που ορμώμενα από φιλοσοφική και ηθική σκοπιά αντιλαμβάνονται τη φιλελεύθερη δημοκρατία ως ένα διακύβευμα υψηλών ηθικών αξιών (moral values) (Cunningham 2002:163). Υπ’ αυτή την έννοια, το ενδιαφέρον εφεξής δεν έγκειται απλά στην αποδοχή ή όχι του διαβουλευτικού μοντέλου, αλλά στη διατύπωση μίας σειράς φιλοσοφικών και θεωρητικών προταγμάτων, τα οποία έχουν αναπτύξει τη διαβουλευτική θεωρία σε πολύ μεγάλο βαθμό και τα οποία σε ένα δεύτερο επίπεδο σηματοδοτούν τη μετάβαση σε πιο εμπειρικά, πρακτικά και κριτικά ζητήματα, χωρίς όμως να απομακρύνονται από το θεμελιώδες επιστημολογικά, μεθοδολογικά και έτσι στοχαστικά κανονιστικό επίπεδο. Τα προτάγματα αυτά ομαδοποιούνται σε τρεις κατηγορίες ερωτημάτων, που αφορούν πρώτον, στη φιλοσοφική φύση της δημοκρατικής διαβούλευσης (the nature of public reason), δεύτερον, στην κοινωνικο-
πολιτική αποτελεσματικότητα του μοντέλου της διαβουλευτικής δημοκρατίας,  ιδίως προς την κατεύθυνση της πολιτικής ισότητας (political equality), και τρίτον και εξίσου σημαντικό για την περαιτέρω συζήτηση, στη θεσμική νομιμοποίηση της δημοκρατικής διαβούλευσης, στο κατά πόσο δηλαδή μπορεί η διαβούλευση να υλοποιηθεί θεσμικά μέσα στους υπάρχοντες θεσμούς και τις διαδικασίες μίας σύγχρονης μαζικής φιλελεύθερης δημοκρατίας (can deliberative democracy be
institutionalized?) (Elstub 2005:151).

Δύο είναι κατά βάση οι στοχαστικές αφετηρίες της έννοιας της διαβούλευσης και οι θέσεις εκείνες που προσδιορίζουν τη διαβούλευση ως μία φιλοσοφική θεωρία της σύγχρονης φιλελεύθερης δυτικής δημοκρατίας. Πρώτον, η κανονιστική θέση του γνωστού Αμερικανού πολιτικού φιλοσόφου και πατέρα του σύγχρονου ελευθεριακού επιχειρήματος John Rawls (1921-2002) για την ιδέα και το
ιδεώδες της δημόσιας λογικής, η οποία υλοποιείται ουσιαστικά στην καντιανή ρεπουμπλικανική αντίληψη μίας ευτεταγμένης, συνταγματικής και δημοκρατικής διαβουλευτικής κοινωνίας (Kαντ 1971 και Ρωλς 2002:229). Δεύτερον, η διαδικασιακή θέση του Γερμανού πολιτικού φιλοσόφου Jürgen Habermas, στην οποία η διαβουλευτική δημοκρατία θεμελιώνεται ως μία ανοιχτή από πάσης φύσεως τυπικούς/ουσιαστικούς περιορισμούς διαδικασία ενός ορθολογικού και κριτικού
επικοινωνιακού πράττειν (Habermas 2002:107).

Σύμφωνα με την κανονιστική πολιτική θεωρία του John Rawls, η διαλογική και κοινωνική διάσταση της διαβουλευτικής δημοκρατίας αποτυπώνεται στην έννοια της αρχικής κατάστασης (original position) (Μακρής 2007:203). Ο Rawls σε όλο το έργο του κυρίως όμως στη μελέτη του για την ιδέα της δημόσιας λογικής (1997) (Rawls 1999) και εν μέρει και διάσπαρτα στον Πολιτικό Φιλελευθερισμό του (1993) (Ρωλς 2002:12) αναφέρεται ρητά στο ζήτημα της διαβουλευτικής δημοκρατίας και στην ιδέα της διαβούλευσης καθεαυτήν. «Όταν οι πολίτες», γράφει χαρακτηριστικά, «διαβουλεύονται, ανταλλάσσουν απόψεις και συζητούν τους λόγους για τους οποίους υποστηρίζουν διάφορα δημόσια πολιτικά ζητήματα, φαντάζονται ότι οι πολιτικές τους απόψεις μπορεί να αναθεωρηθούν μέσα από συζητήσεις με άλλους πολίτες· και γι’ αυτό», συνεχίζει και ολοκληρώνει το συλλογισμό του, «η διαβουλευτική δημοκρατία αναγνωρίζει (…) ότι χωρίς την ευρέως διαδεδομένη διαπαιδαγώγηση όλων των πολιτών στις βασικές πλευρές της συνταγματικής δημοκρατικής διακυβέρνησης και χωρίς ένα κοινό ενημερωμένο γύρω από τα πιεστικά προβλήματα δεν μπορούν (…) να ληφθούν κρίσιμες πολιτικές και κοινωνικές αποφάσεις» (Ρωλς 2002:242-244).

Η ρωλσιανή διαβούλευση είναι συνάρτηση της δημόσιας συνταγματικής και δημοκρατικής λογικής και ιδίως της θεμελιώδους δικαιοσύνης (Rawls 1971). Μεγάλη σημασία αποδίδει ο Rawls στα ζητήματα της δημόσιας χρηματοδότησης των εκλογών και της εξασφάλισης των δημόσιων ευκαιριών για σοβαρή και μεθοδική συζήτηση πάνω σε θεμελιώδη προβλήματα δημόσιας πολιτικής, που προσδιορίζουν αυτό που στις μέρες μας ορίζεται ως ιδιωτικοποίηση της πολιτικής και γενικότερα ελλειμματική δημοκρατία (Ρωλς 2002:243, Τσάτσος 2008, Κοντιάδης, Μακρής 2009:5990 και Μακρής 2009β). Η ρωλσιανή διαβούλευση ως δημόσιος λόγος είναι μία κανονιστική, παιδαγωγική και σε τελευταία ανάλυση δεοντολογική και αξιολογική διεργασία προσδιορισμού μίας στοιχειώδους συνταγματικής τάξης, η οποία φαίνεται να ικανοποιεί την κοινωνική συνθήκη (βλ. αρχική κατάσταση) μίας ελευθεριακής πολιτικής δικαιοσύνης με στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας και επιείκειας (Ρωλς 2004:110). Με καντιανούς όρους, η διαβούλευση είναι μία κατασκευαστική διεργασία (constructivism) πολιτικού ορθολογισμού μεταξύ ίσων και ισότιμων συμβαλλόμενων μερών στο πλαίσιο της πρωταρχικής θέσης, με σκοπό τη διαμόρφωση κοινών συνταγματικών αρχών, αξιών και κριτηρίων, που τελικά θα οδηγήσουν στην πολιτική συμφωνία, την πολιτική συνεργασία και τη συνταγματική συναίνεση (Ρωλς 2004:199).

Η ρωλσιανή αντίληψη του δημόσιου διαβουλευτικού λόγου και τρόπου ζωής εν γένει είναι από φιλοσοφική σκοπιά μία πολιτική αντίληψη περί του κοινού αγαθού (common good), η οποία διατυπώθηκε στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα για να αναχαιτίσει και να αμβλύνει στοχαστικά τις μείζονες κοινωνικοπολιτικές παθογένειες του ωφελιμιστικού και συνεπειοκρατικού καπιταλισμού
και, συνεπώς, να καυτηριάσει τους μεταφυσικούς μονισμούς και τους ιδεολογικούς δογματισμούς του εργαλειακού ορθολογισμού της όψιμης νεοτερικότητας, που στο όνομα της τεχνολογικής προόδου απαξίωσε τα ιδεώδη της ρουσσωικής και καντιανής ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας (Ρωλς 2004:362).

Η χαμπερμασιανή έννοια της δημόσιας διαβούλεσης μπορεί να εκληφθεί ως ένα νεο-διαφωτιστικό φιλοσοφικό εγχείρημα ολοκλήρωσης του ημιτελούς έργου του Διαφωτισμού (Μακρής 2008:103). Σύμφωνα με τη διαδικασιακή θεώρηση του Jürgen Habermas, η διεργασία της διαβουλευτικής επιχειρηματολογίας γίνεται αντιληπτή ως μία ιδεατή ομιλιακή συνθήκη (ideal speech situation) (Held
2006:239, Held 2007:331 και Παρούσης 2005:44). Με φιλοσοφικούς όρους, ο επικοινωνιακός διαβουλευτικός λόγος του Jürgen Habermas είναι «μία άλλη δυνατότητα εξόδου από τη φιλοσοφία του υποκειμένου» (Habermas 1990:73). Η δημόσια διαβούλευση εδώ γίνεται αντιληπτή ως μία διυποκειμενική, διαδραστική και γλωσσικά διαμεσοσαλαβημένη συνεννόηση, που δίνει στο υποκείμενο, μέσω της ανοικτής πολιτικής συμμετοχής, τη δυνατότητα να υπερνικήσει τις μεταφυσικές εμμονές ενός δήθεν αντικειμενικού και υπερβατικού Εγώ, που η ύπαρξή του είναι προϊόν μίας αυτοαναφορικής αλλοτρίωσης. Ο Jürgen Habermas, αξιοποιώντας τις σχετικές φιλοσοφικoπολιτικές θέσεις των Kant, Marx, Nietzsche και της Σχολής της Φραγκφούρτης, διατυπώνει ουσιαστικά μία θεωρία του επικοινωνιακού πράττειν (theory of communicative action), στην οποία η εργαλειακή ορθολογικότητα υποκαθίσταται από την επικοινωνιακή ορθολογικότητα, με σκοπό την ολοκλήρωση του φιλοσοφικού, ηθικού και πολιτικού προτάγματος του Διαφωτισμού (Habermas 1984, Habermas 1987 και Habermas 1990α).

Ο Jürgen Habermas ασχολήθηκε ειδικά με τη διαβουλευτική πολιτική ως μία διαδικασιακή έννοια της δημοκρατίας στο έβδομο κεφάλαιο του έργου του Between Facts and Norms (Habermas 1996 και Markell 2000), στο οποίο η δημόσια διαβούλευση νοείται ως μία διαδικασία μέσω της οποίας το δίκαιο αποκτά κύρος και νομιμοποίηση. Με καντιανές και αυτός φιλοσοφικές καταβολές, όπως ο Rawls, θέτει τη δημοκρατία στα πλαίσια μίας σχέσης δικαίου και επικοινωνιακού πράττειν, ιδεώδους και πραγματικότητας, όπου το δίκαιο νομιμοποιείται όχι από έναν εξωτερικό κρατικό καταναγκασμό, αλλά από μία βαθιά εσωτερική διαδικασία, με ηθικά και γλωσσικά κριτήρια. Το αυτόνομο καντιανό υποκείμενο μετασχηματίζεται στο έργο του Jürgen Habermas σε ένα homo politicus, όπου η πολιτική και ιδεολογική του ταυτότητα συγκροτείται μέσα από τη συμμετοχική δράση του στα δημόσια πράγματα και όπου η κυρίαρχη ηθική αξία είναι η ανοιχτή χωρίς δογματικούς αποκλεισμούς διαβούλευση μεταξύ αυτόνομων πολιτών (Habermas 1996:386/ελληνική έκδοση).

Τόσο η ρωλσιανή έννοια της αρχικής κατάστασης όσο και η χαμπερμασιανή έννοια του ιδεατού διαλόγου εισάγουν στη διαβουλευτική προβληματική το μείζον ζήτημα της αμεροληψίας (impartiality) (Held 2006:239). Υπ’ αυτή την οπτική γωνία, η δημοκρατική διαβούλευση θεμελιώνεται φιλοσοφικά, κανονιστικά, γνωσιολογικά και διαδικασιακά ως μία ηθική του διαλογικού και επικοινωνιακού πράττειν, με άλλα λόγια, ως μία αμερόληπτη και ανοικτή ιδεολογικά συζήτηση, μεταξύ ελεύθερων και ίσων πολιτών, οι οποίοι συζητούν, αξιολογούν και τελικά αποφασίζουν μέσα από μία αδογμάτιστη επιχειρηματολογία. Η αμεροληψία, όπως φαίνεται ιδίως στη θεωρία του Jürgen Habermas, προσδίδει στη δημοκρατική διαβούλευση το ηθικό επίχρισμα της οικουμενικότητας. Συνεπώς, η δημοκρατική πολιτική διαβούλευση, ως κανονιστικό και διαδικασιακό επιχείρημα, εντάσσεται αβίαστα στη μείζονα φιλοσοφική παράδοση του Ρασιοναλισμού και του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (Μακρής 2007:231).

H κανονιστική και διαδικασιακή θεμελίωση της δημοκρατικής διαβούλευσης έγκειται σε τρεις κυρίως λόγους, οι οποίοι παραπέμπουν σε μία σειρά από διακριτές και θεμελιώδεις πολιτικές αξίες:

1. Στη γνωστική αιτιολόγηση, σύμφωνα με την οποία, ο μετασχηματισμός των πεποιθήσεων και η διαβουλευτική συναίνεση δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς την προσήκουσα πληροφόρηση των πολιτών πάνω στα υπό συζήτηση και προς επίλυση ζητήματα.

2. Στη μεθοδολογική αιτιολόγηση, σύμφωνα με την οποία, η δημοκρατική διαβούλευση είναι η πιο σωστή μέθοδος για την παραγωγή ορθών αποφάσεων.

3. Στην αιτιολόγηση της δίκαιης διαδικασίας, όπου η δημοκρατική διαβούλευση οδηγεί σε δίκαια αποτελέσματα, στο βαθμό όπου οι λαμβανόμενες αποφάσεις είναι προϊόντα μίας δίκαιης διαδικασίας (fair procedure), στην οποία όλοι οι πολίτες συμμετέχουν ελεύθερα και ισότιμα.

Η ανοικτή, επαρκής και αμερόληπτη πληροφόρηση, το δημόσιο συμφέρον και η δίκαιη διαδικασία συνθέτουν ένα συμπαγές κανονιστικό και διαδικασιακό πλέγμα, μέσα στο οποίο τα τελευταία είκοσι χρόνια συντελείται μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιστημονική και ακαδημαϊκή συζήτηση για τη διεκπεραίωση και την προώθηση ενός επιτακτικού αιτήματος, σχετικά με την αναβάθμιση ή, για τους πιο ριζοσπάστες, το μετασχηματισμό της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας σε ένα νέο δημοκρατικό μοντέλο, το οποίο ο David Held τοποθέτησε ένατο (IX) στη σειρά των μοντέλων που πραγματεύτηκε στο γνωστό βιβλίο του Models of Democracy, θέτοντάς το έτσι ένα βήμα πριν από τα πρωτοπόρα μοντέλα της δημοκρατικής αυτονομίας (democratic autonomy) και της διεθνούς κοσμοπολιτικής δημοκρατίας (the cosmopolitan model of democracy) και το οποίο, όπως επισημάναμε, έχει πολιτογραφηθεί στη βιβλιογραφία της δημοκρατικής πολιτικής θεωρίας ως το μοντέλο της διαβουλευτικής δημοκρατίας (Held 2006:231).

Από την πλευρά του, ο Αμερικανός πολιτικός φιλόσοφος John Rawls, εκ των καταστατικών όπως είδαμε σύγχρονων στοχαστών της φιλελεύθερης δημοκρατίας ως ενός ιδεώδους του δημόσιου λόγου, μίας δημοκρατικής πολιτικής κοινωνίας με άλλα λόγια, όπου ίσοι πολίτες «ως συλλογικό σώμα, ασκούν την ύπατη πολιτική εξουσία και την ύπατη εξουσία καταναγκασμού ο ένας πάνω στον άλλον, καθώς υιοθετούν νόμους και τροποποιούν το σύνταγμά τους» (Ρωλς 2004:259), ορίζει τελικά τη διαβουλευτική δημοκρατία με βάση τρία κρίσιμα και δεσπόζοντα στοιχεία:

α) Μία ιδέα δημόσιας λογικής, που θεμελιώνεται στη συνέπεια του Λόγου.

β) Ένα πλαίσιο συνταγματικών δημοκρατικών θεσμών, το οποίο καθορίζει τα χαρακτηριστικά των νομοθετικών διαβουλευτικών σωμάτων.

γ) Τη βούληση των πολιτών να εδραιώσουν το ιδεώδες της δημόσιας λογικής στη δημοκρατική πολιτική τους συμπεριφορά (Ρωλς 2002:242).

3. Δημοκρατικό έλλειμμα και διαβουλευτικοί θεσμοί.

Το κανονιστικό και διαδικασιακό επιχείρημα του επικοινωνιακού μετασχηματισμού των αξιακά προκαθορισμένων προτιμήσεων ελεύθερων και ίσων πολιτών αφορά στην ανοιχτή κρίση εκπροσώπησης του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος σήμερα, μία κρίση η οποία εκδηλώνεται ως έλλειμμα δημοκρατίας (Palumbo and Scot 2005:389 και Μακρής 2009) και ως κρίση δημοκρατικής νομιμοποίησης σε πολλαπλά επίπεδα, κρατικά και υπερεθνικά, σε μία εποχή, και αυτό είναι ένα παράδοξο, όπου, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η φιλελεύθερη δημοκρατική ιδεολογία δείχνει, φαινομενικά τουλάχιστον, να απολαμβάνει μία αξιολογική αναγνώριση στα πεδία των διεθνών σχέσεων και των δημόσιων πολιτικών (Μακρής 2008, Μακρής 2008α και Makris 2008).

Ειδικότερα, στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο (domestic context), η δημοκρατική κρίση έχει πολλές εκφάνσεις και εκφράσεις και έχει πολιτογραφηθεί πλέον ως κρίση διαβούλευσης. Στο μείζον επίπεδο της νομοθετικής εξουσίας, η σε βάθος μελέτη των πολιτικών θεμάτων έχει εκχωρηθεί προς όφελος των εξειδικευμένων μηχανισμών, ενώ η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας (Κοντιάδης & Μακρής
2009:59-64), σε συνδυασμό με τη στρατηγική και όχι διαλογική και συναινετική ενδυνάμωση των κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, την ηγεμονία των μονοκομματικών κυβερνήσεων, την άτεγκτη κομματική πειθαρχία και κατά μείζονα λόγο την επαγγελματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της πολιτικής (Τσάτσος 2008 και Μακρής 2009β), έχουν δημιουργήσει μία κατάσταση οιονεί δημοκρατικής ασφυξίας στους σύγχρονους πολίτες, που αντί να κινηθούν προς την κατεύθυνση ριζοσπαστικότερης δημοκρατικής αντιπροσώπευσης και συμμετοχής, έχουν περιέλθει σε ένα «λήθαργο» πολιτικής απάθειας και απαξίωσης του δικαιώματος του ενεργού πολίτη συλλήβδην (Σπανού 2008:215).

Ωστόσο, πέρα από τις πολιτικές και θεσμικές εκφράσεις της κρίσης στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι οπαδοί της διαβούλευσης υποστηρίζουν, και κατ’ αυτό τον τρόπο διατυπώνουν και προάγουν τα θεωρητικά τους προτάγματα, ότι η κρίση διαβούλευσης είναι κυρίως μία κρίση νομιμοποίησης. Με άλλα λόγια, μία κρίση της ίδιας της ιδιότητας του πολίτη. Μία ενδογενής αδυναμία του σύγχρονου πολιτικού συστήματος να μετασχηματίσει αξιακά, ορθολογικά και δημοκρατικά τις προτιμήσεις των πολιτών. Εν τέλει μία κρίση πολιτικής αγωγής (political learning) και πολιτικής κουλτούρας (political culture), η οποία εγκλωβίζει, όπως τονίζει ο James Fishkin, το εκλογικό σώμα σε μία κατάσταση «πολιτικής αδιαφορίας», που εντείνεται αφενός από τον ολιγοκομματισμό (Τσάτσος 2008 και Μακρής 2009β) αφετέρου από τον κυβερνητικό ελιτισμό (Held
2007:320).

Το έλλειμμα δημοκρατίας κορυφώνεται στην απουσία δημόσιου διαλόγου ή σε έναν πολιτικό διάλογο επιδερμικό, κενό ιδεολογικού και πολιτικού περιεχομένου και χωρίς ουσιαστική πληροφόρηση. Η πολιτική επικοινωνία εξαντλείται στις ατάκες των επαγγελματιών πολιτικών, στο φαίνεσθαι των δημοσκοπικών αναλύσεων και στο πολιτικό μάρκετινγκ, ενώ τα ΜΜΕ, από την πλευρά τους, ως εκπρόσωποι ιδιωτικών συμφερόντων, διαβρώνουν το δημόσιο χαρακτήρα της
πολιτικής επιχειρηματολογίας, μετατρέποντας την πολιτική σε μία διαδικασία  επιλογής «καταναλωτικών αγαθών και απορρυπαντικών» (Παιονίδης 1998). «Ολοένα και περισσότερο», επισημαίνει ο Held, «η πολιτική εμφανίζεται ρηχή, προσηλωμένη στα μέσα ενημέρωσης, ευτελής και κενή από ιδέες και από υψηλής ποιότητας ηγετικές φυσιογνωμίες» (Held 2007:324).

Στα διαβουλευτικά θεωρητικά προτάγματα, είτε δίνουν έμφαση σε αξιακά είτε σε διαδικασιακά ζητήματα, λανθάνει ένα κανονιστικό αίτημα μετασχηματισμού της πολιτικής αξιολογίας και κουλτούρας των σύγχρονων φιλελεύθερων δημοκρατιών, που μόνο κατ’ ευφημισμό πια εκπληρώνουν τις ηθικές δεσμεύσεις της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Είτε, με άλλα λόγια, η θεωρητική ανάλυση τείνει προς τη διάκριση καταναλωτικής αγοράς (market) και δημόσιου φόρουμ
(public forum), όπως συμβαίνει στο έργο του Jon Elster, είτε προς την κριτική της εργαλειακής ορθολογικότητας, η οποία υποκαθιστά την ουσιαστική επικοινωνιακή ηθική του δημόσιου διαλόγου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των Jürgen Habermas και John Dryzek, είτε, τέλος, προς το σαφή χωρισμό μεταξύ διαβουλευτικής και συμμετοχικής δημοκρατίας, στο βαθμό όπου η διεύρυνση της πολιτικής συμμετοχής δεν εγγυάται αυτόματα και εξ ορισμού τη δημοκρατική διαβούλευση, εφόσον αυτό είναι κάτι πιο σύνθετο και προϋποθέτει την αναβάθμιση εκ μέρους των πολιτών της ποιότητας του πολιτικού συλλογισμού (η περίπτωση του Joshua Cohen) (Held 2007:325), το διαβουλευτικό αίτημα παραμένει σε ένα βαθμό κοινό και ενιαίο: περισσότερη και ποιοτικότερη δημοκρατία.

Με βάση τα παραπάνω μπορεί να μιλήσει σήμερα κανείς για θεσμούς διαβουλευτικής δημοκρατίας; Με άλλα λόγια, η κριτική της αθροιστικής και εργαλειακής αντίληψης της δημοκρατικής νομιμοποίησης μπορεί να υλοποιηθεί σε θεσμούς και διαδικασίες διαβούλευσης με ρεαλιστική προοπτική, ώστε να επιλυθεί έστω και εν μέρει η κρίση νομιμοποίησης που βιώνουν οι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατικές κοινωνίες; Μολονότι οι θεωρητικοί της δημοκρατικής διαβούλευσης εντοπίζουν τα σοβαρά τεχνικά προβλήματα που έχει η εφαρμογή του διαβουλευτικού ιδεώδους στις σύγχρονες κοινωνίες μαζικής κλίμακας (large scale problem), δηλαδή το γεγονός ότι δεν είναι πρακτικά εύκολο εκατομμύρια πολίτες να διαβουλεύονται τοπικά και χρονικά και να αποφασίζουν έτσι συλλογικά επιτυγχάνοντας έναν υψηλό βαθμό επικοινωνιακής και αξιολογικής συναίνεσης
(consensus) (Farrelly 2004:225), ένα μέρος της σύγχρονης βιβλιογραφίας επικεντρώνεται σε σχέδια διαβουλευτικής επέκτασης, εμβάθυνσης ή μετασχηματισμού της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Ήδη από το 1984, ο Benjamin Barber, στο πρώιμα διαβουλευτικό βιβλίο του Ισχυρή Δημοκρατία (Barber 2007:495), κάνει λόγο για θεσμούς και θεσμοποίηση της ισχυρής δημοκρατίας (strong democracy)1. Για τον Barber, η ισχυρή δημοκρατία είναι συνάρτηση της αδιαμεσολάβητης αυτοδιακυβέρνησης και ως εκ τούτου έχει στοιχεία άμεσης δημοκρατίας (direct democracy). Πιο συγκεκριμένα, απαιτεί θεσμούς που θα κινητοποιήσουν και, εν συνεχεία, θα εμπλέξουν τα άτομα τόσο σε επίπεδο γειτονιάς όσο και σε εθνικό επίπεδο, ώστε να αρθούν στη δημόσια σφαίρα του ενεργού πολίτη. Η βιωσιμότητα και η πρακτικότητα των δια-
βουλευτικών θεσμών σύμφωνα με τον Benjamin Barber, ζήτημα κρίσιμο, το οποίο θέτει επί τάπητος και το πρόβλημα της μεγάλης κλίμακας, συνεπάγεται την ικανοποίηση πέντε κριτηρίων (Barber 2007:496):

1. Πρέπει να είναι ρεαλιστικοί ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν.

2. Πρέπει να είναι συμβατοί με τους βασικούς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς των μεγάλης κλίμακας κοινωνιών (το μετριοπαθές πρόταγμα της διαβούλευσης).

3. Πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους αυτό που ο Alexis de Tocqueville και ο John Stuart Mill χαρακτήρισαν ως «τυραννία της πλειοψηφίας», δηλαδή να παρέχουν θεσμικά εχέγγυα έκφρασης και συμμετοχής στις μειοψηφίες.

4. Πρέπει να αντιμετωπίζουν μεθοδικά/αποτελεσματικά τα προβλήματα μεγάλης κλίμακας, τεχνολογίας, πολυπλοκότητας και τοπικισμού.

5. Τέλος, πρέπει να καθιστούν εφικτή μία κυβέρνηση ενεργών πολιτών στη θέση της κυβέρνησης των επαγγελματιών πολιτικών.

Η θεσμοποίηση του στοιχείου της διαβούλευσης στις σύγχρονες δημοκρατίες υλοποιείται μέσα από την πρόταξη μίας σειράς διαβουλευτικών θεσμών, οι οποίοι σε γενικές γραμμές περιγράφονται ως εξής (Barber 2007:505 και Held 2007:340):

[[συνελεύσεις γειτονιάς, τηλεοπτικές συνελεύσεις πόλεων, πολιτική αγωγή, διαβουλευτικά δημοψηφίσματα ή διαβουλευτικές δημοσκοπήσεις, λαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες, αξιοποίηση της ηλεκτρονικής δημοκρατίας, εθνική ιδιότητα του πολίτη, δημοκρατία στους χώρους εργασίας, άτυπη λαϊκή δικαιοσύνη, ημέρες διαβούλευσης, επιτροπές πολιτών,
μηχανισμοί ανάδρασης των πολιτών και των ψηφοφόρων με αξιοποίηση της τεχνολογίας και δημόσια χρηματοδότηση των διαβουλευτικών θεσμών.]]

4. Ριζοσπαστικές και ρεπουμπλικανικές κριτικές της διαβουλευτικής δημοκρατίας.

Η κριτική στο μοντέλο της διαβουλευτικής δημοκρατίας προέρχεται αφενός από τις ίδιες τις τάξεις των θεωρητικών της διαβούλευσης, αφετέρου από συναφείς ή έτερους θεωρητικούς και πολιτικο-ιδεολογικούς χώρους, που αναζητούν περαιτέρω θεσμική εμβάθυνση του διαλόγου με επιχειρήματα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης. Η πλέον γνωστή κριτική από την πλευρά της διαβούλευσης είναι η θεωρία των Amy Gutmann και Dennis Thomson, σύμφωνα με την οποία, η οικουμενική (universalist) ή χαμπερμασιανή έννοια της δημοκρατικής διαβούλευσης είναι αρκετά αφηρημένη και ρασιοναλιστική, ώστε να μπορεί να πραγματοποιηθεί, χωρίς να οδηγήσει σε έναν «ηθικό ολοκληρωτισμό». Για τους Gutmann και Thomson, αυτό το οποίο θα ωφελούσε δεν είναι η θεσμοποίηση γενικευμένων καναλιών διαβούλευσης, αλλά πολύ περισσότερο η θεσμοποίηση μίας οικονομίας της ηθικής διαφωνίας, που θα οδηγούσε ενίοτε και σε ένα συμβιβασμό με την αντίθετη άποψη. Με αυτό τον τρόπο εισήγαγαν στη διαβουλευτική και διαλογική δημοκρατία το στοιχείο της αμοιβαιότητας (reciprocity), την αρχή με άλλα λόγια του αμοιβαίου σεβασμού, όταν η διαβούλευση δεν είναι επί του πρακτέου εφικτή (Held 2007:334).

Ο James Tully ασκεί κριτική στη μονοδιάστατη και μονολοθική αντίληψη της έλλογης διαβούλευσης. Εκκινώντας από τη γνωστή θεωρία των γλωσσικών παιγνίων του Wittgenstein, προκρίνει μία πολυφωνική διαβούλευση, μία διαλογική δηλαδή φιλελεύθερη δημοκρατία, η οποία θα οικοδομείται σε εντελώς διαφορετικές μορφές αιτιολόγησης και επιχειρηματολογίας, άρα σε έναν πλουραλισμό αξιών. Σύμφωνα με τον James Tully, η αξιακή ποικιλοδοξία υπονομεύει το στοιχείο της διαβουλευτικής αμεροληψίας. Για την Iris Yong, αυτή η κατασκευασμένη αμεροληψία καταστέλλει τη διαφορετικότητα και στην προοπτική της ενσωμάτωσης αλώνει τις πολιτισμικές ταυτότητες (Held 2007:336).

Οι εν λόγω κριτικές καταδεικνύουν ότι το μοντέλο της διαβουλευτικής δημοκρατίας δεν προσκρούει τόσο πολύ στο ούτως ή άλλως βέβαια μείζον πρόβλημα της μεγάλης κλίμακας, αλλά σε ποιοτικά ζητήματα ή προβλήματα, τα οποία θέτουν υπό αυστηρή φιλοσοφική και στοχαστική διερεύνηση τα οντολογικά και αξιολογικά δεδομένα της δυτικής μεταφυσικής ανθρωπολογίας. Αυτό σημαίνει ότι ο homo politicus ίσως δεν έχει τις ανθρωπολογικές και πολιτισμικές δυνατότητες να διαβουλευτεί χωρίς κρίσιμες συγκρούσεις, που θα οδηγήσουν σε κοινωνική ρήξη και εντροπία. Όπως όλα τα μεγάλα κανονιστικά αιτήματα, σύμφωνα με τον Immanuel Kant (Μακρής 2007:401), έτσι και το αίτημα της δημοκρατικής διαβούλευσης θέτει τον νεοτερικό Άνθρωπο ενώπιον του προβλήματος της ελευθερίας ως αυτονομίας, της ελευθερίας ως της κατεξοχήν πρακτικής του ηθικού πράττειν.

Το μοντέλο της διαβουλευτικής δημοκρατίας έχει δεχτεί εποικοδομητική κριτική και από έτερους ιδεολογικούς χώρους, όπως είναι ο χώρος της ριζοσπαστικής δημοκρατικής αριστεράς, αλλά και από το χώρο του ρεπουμπλικανισμού, της θεωρίας του πολίτη, η οποία επιχειρεί να αναθερμάνει την πολιτική διάσταση του ατόμου (Μακρής 2009α:200). Σε γενικές γραμμές, οι μεταμοντέρνες διαβουλευτικές θεωρίες αμφισβητούν την έννοια της ηθικής καθολικότητας και θέτουν το ζήτημα της πολιτικής νομιμοποίησης εν αμφιβόλω. Η διαβούλεση, εν προκειμένω, γίνεται στοιχείο μίας αγωνιστικής επικοινωνιακής πρακτικής, που δεν αποσκοπεί στη νομιμοποίηση της πολιτικής, αλλά στην αποκάλυψη των δεσμών της γνώσης και της αλήθειας με την εξουσία (Blaug 1988:496-497).

Η πλέον γνωστή κριτική της δημοκρατικής διαβούλευσης από την πλευρά της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι η θεωρία της Chantal Mouffe για ένα αγωνιστικό πρότυπο δημοκρατίας (agonistic model of democracy). Σύμφωνα με το μεταμοντέρνο αποδομιστικό και μαρξιστικό σκεπτικισμό της Mouffe, το πρότυπο της διαβουλευτικής δημοκρατίας, επειδή είναι ουσιοκρατικό, θεμελιωτικό, μεταφυσικό και ως εκ τούτου κατασκευασμένο, «αρνείται τη διάσταση της μη αποφασισιμότητας και το ανεξάλειπτο του ανταγωνισμού, που αποτελούν συστατικά στοιχεία του πολιτικού» (Mouffe 2004:190).

Με αυτή την έννοια, η Chantal Mouffe ισχυρίζεται ότι οι διαβουλευτικοί θεωρητικοί, με όχημα το νεοτερικό μεταφυσικό οικουμενικό ρασιοναλισμό, απορρίπτουν την εγγενώς συγκρουσιακή και αγωνιστική φύση του πλουραλισμού, που ως στοχαστικό γεγονός έφεραν στο προσκήνιο της δυτικής φιλοσοφίας οι μεγάλοι μύστες της αμφισβήτησης και της αντι-νεοτερικότητας (Nietzsche, Marx,
Freud), σημαντική υπήρξε εδώ και η σχετική πολιτική θεωρία του Carl Schmitt (Σμιτ 2009), και ως εμπειρικό γεγονός ο πολιτικός μαρξισμός και ο ακτιβισμός των Νέων Κοινωνικών Κινημάτων. Συνεπώς, για τη Chantal Mouffe, το διαβουλευτικό μοντέλο θα πρέπει να δώσει τη θέση του στο μοντέλο μίας ριζοσπαστικής πλουραλιστικής αριστερής δημοκρατίας.

Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κριτική που ασκείται από την πλευρά των θεωρητικών του ρεπουμπλικανισμού (republicanism). Οι ρεπουμπλικανικές διαβουλευτικές θεωρίες συγκεκριμένα αναδεικνύουν το ζήτημα της διαβούλευσης στη βάση μίας κοινοτιστικής αντίληψης της ατομικής ταυτότητας, προάγοντας και ευνοώντας τις συλλογικές μορφές ζωής. Ουσιαστικά γίνεται μία προσπάθεια να έρθει εκ νέου στο προσκήνιο η έννοια της κοινωνίας των πολιτών (civil society) και να παραχθούν νέες θεωρίες του πολίτη (Blaug 1988:494-496).

Η περίπτωση του Alain Renaut είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα (Renaut 2007:226 και Μακρής 2008β:33). Αν και η διαβουλευτική δημοκρατία επικρίνεται πια από ένα μέρος της ριζοσπαστικής αριστεράς ως συναινετική και κεντρώα, η προτροπή του Γάλλου πολιτικού στοχαστή για το διαβουλευτικό εμπλουτισμό της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας πέρα από τα γνωστά κοινοβουλευτικά βήματα, παρουσιάζει οπωσδήποτε ένα ειδικό ενδιαφέρον, εφόσον δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο επίπεδο να αψηφούμε τις διαδικασίες άσκησης της ιδιότητας του πολίτη και κυρίως της οργάνωσης, έστω και συναινετικά, χώρων δημόσιας διαβούλευσης, σε μία ιστορική περίοδο όπου η Ευρώπη υπονομεύεται από το τρωκτικό του δημοκρατικού ελλείμματος και της συνακόλουθης υποβάθμισης της ρεπουμπλικανικής ιδιότητας του πολίτη (Lavdas & Chryssochoou 2007). 

5. Μερικά συμπεράσματα.

Καταλήγοντας, θα λέγαμε ότι η θεωρία της δημοκρατικής διαβούλευσης βρίσκεται πλέον στο μεταίχμιο κρίσιμων φιλοσοφικών και εμπειρικών επιλογών για το εγγύς μέλλον. Από τη μία, η ογκούμενη κρίση νομιμοποίησης της πολιτικής και η έκπτωση του πολιτικού συστήματος σε κατεξοχήν σφαίρα της κατανάλωσης πολιτικών αγαθών αμφιβόλου ποιοτικής αξίας και από την άλλη, ο ολοένα και αυξανόμενος εκφυλισμός της ιδιότητας του δραστήριου πολίτη, ο οποίος
τείνει σταδιακά να μετασχηματιστεί σε ένα «αυτιστικό ον» ενός sui generis ιδιωτισμού (private sphere) (Τσάτσος 2008), που μέσα από την τυφλή κομματική ένταξη και την τηλοψία κινδυνεύει να καταστεί μία μορφή συλλογικής ιδιωτείας χωρίς επιστροφή, καταδεικνύουν αν μη τι άλλο ότι η αναγκαιότητα της διαβούλευσης είναι περισσότερο από ποτέ ένα αίτημα πολιτικού πολιτισμού και πολιτικής κουλτούρας.

Με πιο πολιτικο-φιλοσοφικούς όρους, ένα αίτημα ριζικού μετασχηματισμού του ρασιοναλιστικού homo politicus σε έναν υπερ-ακτιβιστή πολίτη, ο οποίος θα έχει την ικανότητα να επιλύει τα μείζονα πολιτικά και κοινωνικά του προβλήματα συλλογικά και χωρίς τη διαμεσολάβηση των επαγγελματιών της πολιτικής. Αυτό σημαίνει για πολλούς ότι η ριζοσπαστική εκδοχή της διαβουλευτικής δημοκρατίας είναι ίσως το μεγάλο «παράθυρο ευκαιρίας» για τη μετάβαση σε ένα άλλο, όπως θα έλεγε ο επιστημολόγος Thomas Kuhn, θεωρητικό και πολιτικό παράδειγμα (paradigm), δηλαδή σε ένα άλλο μοντέλο πολιτικής κοινωνίας και πολιτικής συμβίωσης (Warren 2002:197).

Εν κατακλείδι, η διαβουλευτική δημοκρατία συνιστά ένα κανονιστικό και διαδικασιακό αίτημα των καιρών, που συνδέεται με το γενικότερο ζήτημα του ελλείμματος δημοκρατικής και λαϊκής νομιμοποίησης, που ταλανίζει πλέον ανοικτά τις σύγχρονες μαζικές φιλελεύθερες πολιτείες. Υπ’ αυτή την έννοια, αφενός έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις στα μεταϋλιστικά δημοκρατικά κράτη του εγγύς μέλλοντος, αφετέρου από θεωρητική και μεθοδολογική σκοπιά συνοψίζει μία καθολικότερη προβληματική περί της ποιοτικής αναβάθμισης της παραδοσιακής ιδιότητας του πολίτη και, συνεπώς, της περαιτέρω εμβάθυνσης των αντιπροσωπευτικών και συμμετοχικών θεσμών και διαδικασιών, που στη σχετική ορολογία της πολιτικής θεωρίας έχει πολιτογραφηθεί με μία σειρά από θεωρητικές καμπές, όπως ρεπουμπλικανική στροφή, κοινοτιστική στροφή κ.ο.κ., που καθοδηγούν σήμερα τη συζήτηση της δημοκρατικής θεωρίας και δίνουν τον τόνο της ακαδημαϊκής και ευρύτερης κοινής γνώμης για τις συγκρούσεις και τις συναινέσεις της νέας εποχής.

Βιβλιογραφία.

Ελληνική και ελληνόγλωσση.
BARBER BENJAMIN R., (2007) Ισχυρή Δημοκρατία. Συμμετοχική Πολιτική. Για Μια Νέα
Εποχή, Αθήνα: Παπαζήση.
HABERMAS JÜRGEN, (1990) «Ο επικοινωνιακός λόγος: Μία άλλη δυνατότητα εξόδου από
τη φιλοσοφία του υποκειμένου», στο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ (Επιμέλεια), Η Διαμάχη.
Κείμενα για την Νεοτερικότητα, Αθήνα: Πλέθρον.
HABERMAS JÜRGEN, (1990α) Κείμενα Γνωσιοθεωρίας και Κοινωνικής Κριτικής, Αθήνα:
Πλέθρον.
HABERMAS JÜRGEN, (1996) Το πραγματικό και το ισχύον. Συμβολή στη διαλογική θεωρία του
δικαίου και του δημοκρατικού κράτους δικαίου, Αθήνα: Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη.
HELD DAVID, (2007) Μοντέλα Δημοκρατίας (Έκδοση Αναθεωρημένη & Συμπληρωμένη),
Αθήνα: Πολύτροπον.
ΚΑΝΤ ΙΜΜΑΝΟΥΕΛ, (1971) Δοκίμια, Αθήνα: Δωδώνη.
ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝ Ι./ΜΑΚΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, (2009) «Αρχηγικά Κόμματα και Κοινοβουλευ-
τικές Ομάδες. Παίκτες αρνησικυρίας απέναντι στην πρωθυπουργική μονοκρατορία»,
στο ΞΕΝΟΦΩΝ Ι. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, Ελλειμματική Δημοκρατία. Κράτος και κόμματα στη
σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα: Ι. Σιδέρης: 59-90 (Κεφάλαιο Δεύτερο).
KYMLICKA WILL, (2006) Η Πολιτική Φιλοσοφία της Εποχής μας, Αθήνα: Πόλις.
ΛΑΒΔΑΣ ΚΩΣΤΑΣ Α./ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν., (2004) «Εισαγωγή: Η πρόκληση του ρε-
πουμπλικανισμού», στο ΚΩΣΤΑΣ Α. ΛΑΒΔΑΣ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ (Επιμέλει-
α), Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και Πολιτική Θεωρία. Η πρόκληση του Ρεπουμπλικανι-
σμού, Αθήνα: Ι. Σιδέρης.
ΜΑΚΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, (2002) Στρατός και Πολιτική στη Νότια Ευρώπη. Η πολιτική στρατηγική
της ελληνικής δημοκρατικής μετάβασης και το δόγμα της ισχυράς εκτελεστικής εξου-
σίας, Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.
ΜΑΚΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, (2007) Φιλελευθερισμός. Φιλοσοφικές Απαρχές και Σύγχρονες Τάσεις.
Από τον Αριστοτέλη στον John Rawls, Αθήνα: Ι. Σιδέρης. 
ΜΑΚΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, (2008) Ισχύς και Ελευθερία. Φιλοσοφικές, Πολιτικές και Διεθνολογικές
Προσεγγίσεις. Από τον Πλάτωνα στο Francis Fukuyama, Αθήνα: Ι. Σιδέρης.
ΜΑΚΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, (2008α) Η Αγγλική Σχολή των Διεθνών Σχέσεων. Μεταξύ φιλελεύθερου
ιδεαλισμού και πολιτικού ρεαλισμού. Θεωρία, Μεθοδολογία, Θεμελιωτές, Αθήνα-
Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλα.
ΜΑΚΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, (27/1/2008β) «Για μία ριζοσπαστική δημοκρατία», Κυριακάτικη Αυγή: 33.
ΜΑΚΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, (2009) «Το ελληνικό πολιτικό και κομματικό σύστημα σε κρίσιμο ιστο-
ρικό σταυροδρόμι: πολιτικές, συνταγματικές, θεσμικές και εκλογικές ρήξεις», Κοινω-
νικό Κέντρο, 4:53-63.
ΜΑΚΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, (2009α) Niccolò Machiavelli. “Virtù” και Ερμηνευτικά Κάτοπτρα.
Σπουδή στη νεοτερική και σύγχρονη πολιτική θεωρία του ρεπουμπλικανισμού, Αθή-
να: Ι. Σιδέρης.
ΜΑΚΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, (2009β) Για μια Ριζοσπαστική Δημοκρατία. Συνταγματισμός, Πολιτεία
και Πολιτική στο έργο του Δημήτρη Θ. Τσάτσου, Αθήνα: Παπαζήση και Κέντρο Ευ-
ρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου.
MOUFFE CHANTAL, (2004) Το δημοκρατικό παράδοξο, Αθήνα: Πόλις.
ΠΑΙΟΝΙΔΗΣ ΦΙΛΗΜΩΝ, (1998) «Διαβουλευτική δημοκρατία και ελευθερία της έκφρασης»,
Επιστήμη και Κοινωνία, 1:29-56.
ΠΑΡΑΡΑΣ ΠΕΤΡΟΣ Ι., (2004) «Η συμμετοχική Δημοκρατία», Δικαιώματα του Ανθρώπου,
Νο
 21:79-99.
ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΜΙΧΑΗΛ, (2005) Διαβουλευτική Δημοκρατία και Επικοινωνιακή Ηθική, Αθή-
να: Ίνδικτος.
ΡΩΛΣ ΤΖΩΝ, (2002) Το Δίκαιο των Λαών και «Η Ιδέα της Δημόσιας Λογικής Αναθεωρημέ-
νη», Αθήνα: Ποιότητα.
ΡΩΛΣ ΤΖΩΝ, (2004) Ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός, Αθήνα: Μεταίχμιο.
RENAUT ALAΙN, (2007) Τι είναι ένας ελεύθερος λαός; Φιλελευθερισμός ή Ρεπουμπλικανι-
σμός;, Αθήνα: Πόλις.
ΣΜΙΤ ΚΑΡΛ, (2009) Η έννοια του Πολιτικού, Αθήνα: Κριτική.
ΣΠΑΝΟΥ ΚΑΛΛΙΟΠΗ, (2008) «Ανεξάρτητες Αρχές: Κρίση, μετεξέλιξη ή αναβάθμιση του
πολιτικού συστήματος;», στο ΞΕΝΟΦΩΝ Ι. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ/ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
(Επιμέλεια), Κρίση του Ελληνικού Πολιτικού Συστήματος;, Αθήνα: Παπαζήση.
SCHMIDT MANFRED G., (2004) Θεωρίες της Δημοκρατίας, Αθήνα: Σαββάλας.
ΤΣΑΤΣΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Θ., (2008) Εσωκομματική Δημοκρατία. Οι περιπέτειές της σε ένα πε-
ριβάλλον ιδιωτικοποιημένης πολιτικής, Αθήνα: Γαβριηλίδης. 
Ξενόγλωσση.
BESSETTE JOSEPH M., (1980) «Deliberative democracy: the majoritarian principle in republican
government», στο ROBERT A. GOLDWIN/WILLIAM A. SHAMBRA (ed.), How
Democratic is the Constitution?, Washington, D.C.: American Enterprise Institute.
BLAUG RICARDO, (1988) «New Developments in Deliberative Democracy», στο RICARDO
BLAUG/JOHN SCHWARZMANTEL (eds), Democracy: A Reader, Edinburgh: Edinburgh
University Press.
BOHMAN JAMES, (1998) «The coming of age of deliberative democracy», Journal of Political
Philosophy, 6 (4):400-425.
CARTLEDGE PAUL, (2009) Ancient Greek Political Thought in Practice, Cambridge:
Cambridge University Press.
CUNNINGHAM FRANK, (2002) Theories of Democracy. A Critical Introduction, London
and New York: Routledge.
DRYZEK JOHN S., (1994) Discursive Democracy. Politics, Policy, and Political Science,
Cambridge: Cambridge University Press.
DRYZEK JOHN S., (2004) «Democratic Political Theory», στο GERALD F. GAUS/CHANDRAN
KUKATHAS (eds), Handbook of Political Theory, London: Sage.
ELSTER JON, (1998) «Introduction», στο JON ELSTER (ed.), Deliberative Democracy,
Cambridge: Cambridge University Press.
ELSTUB STEPHEN, (2005) «Democracy», στο IAN MACKENZIE (ed.), Political Concepts.
A Reader and Guide, Edinburgh: Edinburgh University Press.
FARRELLY COLIN, (2004) Contemporary Political Theory. A Reader, London: Sage.
HABERMAS JÜRGEN, (1984) The Theory of Communicative Action, vol. 1: Reason and the
Rationalisation of Society, London: Heinemann.
HABERMAS JÜRGEN, (1987) The Theory of Communicative Action, vol. 2: Lifeworld and
System, London: Heinemann.
HABERMAS JÜRGEN, (1996) Between Facts and Norms, Cambridge: Polity Press.
HABERMAS JÜRGEN, (2002) «Deliberative Politics», στο DAVID ESTLUND (ed.), Democracy,
Oxford: Blackwell Publishers.
HELD DAVID, (2006) Models of Democracy (Third Edition), Cambridge: Polity Press.
LAVDAS K.A./CHRYSSOCHOOU D.N., (2007) «Public Spheres and Civic Competence in
the European Polity: A Case of Liberal Republicanism?», στο I. HONOHAN/J. JENNINGS
(eds), Republican Theory and Practice, London and New York: Routledge.
MAKRIS SPYROS, (2008) «The Internationalist Thought οf Constantine Tsatsos. From the
idealistic Kantian peace to the realistic Hegelian international res publica. A model
of international society», Annuaire International des Droits de l’ Homme, III, 2008,
Bruxelles: Bruylant: 585-598.
MARKELL PATCHEN, (2000) «Making affect safe for democracy? On “constitutional patriotism”»,
Political Theory, Vol. 28, no
 1, pp. 38-63.
PALUMBO ANTONIO/SCOTT ALAN, (2005) «Weber, Durkheim and the sociology of the
modern state», στο TERENCE BALL/RICHARD BELLAMY (eds), Twentieth-Century
Political Thought, Cambridge: Cambridge University Press.
RAWLS JOHN, (1971) A Theory of Justice, Cambridge: Harvard University Press.
RAWLS JOHN, (1999) Collected Papers, Cambridge, Massachusetts.
SAWARD MICHAEL, (1998) The Terms of Democracy, Cambridge: Polity Press.
TALISSE ROBERT B., (2008) «Why Democrats Need the Virtues», στο LENN E. GOODMAN/
ROBERT B. TALISSE (eds), Aristotle’s Politics Today, USA: State University of New
York Press.
WARREN MARK E., (2001) Democracy and Association, Princeton and Oxford: Princeton
University Press.
WARREN MARK, (2002) «Deliberative Democracy», στο APRIL CARTER/GEOFFREY STOKES
(eds), Democratic Theory Today, Cambridge: Polity Press.
WEALE ALBERT, (1999) Democracy, London: Macmillan Press. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια