ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΥ 4

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΥ 4

ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΑΝΤΙΦΩΝ - ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΦΥΣΗ




87. – Απόσπασμα 44A, στήλ. 1-6 Diels-Kranz

                                              


Από τα έργα του σοφιστή Αντιφώντα - ταύτισή του με τον ρήτορα, αν και πιθανή, παραμένει αμφιλεγόμενο ζήτημα- δεν σώζονται παρά μερικά αποσπάσματα. Ένα τέτοιο, σχετικά εκτενές απόσπασμα προέρχεται από το έργο που έφερε τον τίτλο Ἀλήθεια (η συγγραφή του πρέπει να τοποθετηθεί πριν από το 423 π.Χ.). Το έργο απαρτιζόταν από δύο βιβλία: το πρώτο πραγματευόταν ζητήματα γνωσιοθεωρητικά (μεταξύ άλλων προτεινόταν λύση για το μαθηματικό πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου), ενώ στο δεύτερο θίγονταν ζητήματα κοσμολογικά και ανθρωπολογικά. Θεμελιώδους σημασίας ήταν για τη συζήτηση των ανθρωπολογικών ζητημάτων η χαρακτηριστική για τη σοφιστική σκέψη αντίθεση νόμου-φύσης, η οποία σχετιζόταν με το ερώτημα αν οι κανόνες της κοινωνικής ζωής έχουν θεσπιστεί συμβατικά ή υπάρχουν εκ φύσεως, όπως επίσης αν έχουν απόλυτο ή σχετικό χαρακτήρα. 


Στον Αντιφώντα η αντίθεση παίρνει οξεία μορφή, αφού δηλώνεται ρητά ότι "τα περισσότερα θεσπίσματα του δικαίου αντιστρατεύονται τη φύση". Σύμφωνα με τις απόψεις του οι πράξεις των ανθρώπων κατευθύνονται από το "ωφέλιμο" (ξυμφέρον) για την ανθρώπινη φύση, το οποίο όμως εμποδίζεται από τους περιορισμούς του νόμου (= γραπτοί και άγραφοι νόμοι). Η συνηγορία του Αντιφώντα υπέρ της φύσης τον οδηγεί στη ριζοσπαστική θέση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, και συνεπώς δεν είναι ορθή η διάκριση σε ανθρώπους κοινωνικά ανώτερους και κατώτερους, Έλληνες και βαρβάρους.

Στο παρατιθέμενο απόσπασμα ο Αντιφών εκθέτει στην αρχή την κρατούσα αντίληψη για τη "δικαιοσύνη". Το συμπέρασμα ότι ο νόμος αντιστρατεύεται τη φύση του επιτρέπει στη συνέχεια να αναπτύξει τα πλεονεκτήματα της φύσης και να διατυπώσει το κριτήριο του "ωφέλιμου" για τον άνθρωπο. Στο τέλος επιτίθεται εναντίον του νόμου, επειδή αυτός, με τον τρόπο που αποδίδεται η δικαιοσύνη, αδυνατεί να προστατεύσει όσους τον τηρούν.

Νεοελληνικό κείμενο:

Δικαιοσύνη είναι να μην παραβαίνεις τους νόμους και τα έθιμα του κράτους, του οποίου είσαι πολίτης. Ο άνθρωπος θα αποκόμιζε από τη δικαιοσύνη την πιο μεγάλη ωφέλεια για το άτομό του, αν μπροστά σε άλλους ανθρώπους τηρούσε τους νόμους ως κάτι σημαντικό, ενώ αντίθετα, άμα είναι μόνος του χωρίς άλλους μπροστά του,[7] θα ακολουθούσε τις επιταγές της φύ­σης. Γιατί οι επιταγές του νόμου είναι αυθαίρετες, ενώ της φύσης είναι αναγκαίες· κι οι επιταγές των νόμων είναι συμβατικές και όχι από τη φύση, ενώ οι επιταγές της φύσης είναι ακριβώς το αντίθετο. 

Όποιος παραβαίνει τους νόμους και τα έθιμα, αν δεν υποπέσει στην αντίληψη αυτών που τα έχουν αποδεχτεί, αποφεύγει και τη ντροπή και την τιμωρία· ενώ αν δεν μείνει απαρατήρητος, δεν τα αποφεύγει. Απεναντίας, άμα παραβιάζει τις εγγενείς απαιτήσεις της φύσης πέρα από ένα όριο, το κακό γι᾽ αυτόν δεν μετριάζεται διόλου, αν μείνει απαρατήρητος απ᾽ όλους τους ανθρώπους ούτε γίνεται μεγαλύτερο, αν υποπέσει στην αντίληψη όλων των ανθρώπων. Γιατί η ζημιά που υφίσταται δεν είναι φαινομενική αλλά πραγματική. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους εξετάζουμε όλα αυτά τα ζητήματα, επειδή τα περισσότερα θεσπίσματα του δικαίου αντιστρατεύονται τη φύση. 

Έχουν έτσι θεσπιστεί νόμοι για τα μάτια, τι πρέπει να βλέπουν και τι δεν πρέπει· το ίδιο και για τα αυτιά, τι πρέπει να ακούνε και τι δεν πρέπει· και για τη γλώσσα, τι πρέπει να λέει και τι δεν πρέπει· και για τα χέρια, τι πρέπει να κάνουν και τι δεν πρέπει· και για τα πόδια, πού πρέπει να πηγαίνουν και πού δεν πρέπει· και για το νου, τι πρέπει να επιθυμεί και τι δεν πρέπει. Ωστόσο εκείνα τα πράγματα που οι νόμοι τα απαγορεύουν στους ανθρώπους δεν είναι ούτε πιο συμφιλιωμένα με τη φύση ούτε πιο συγγενικά με αυτήν απ᾽ ότι εκείνα προς τα οποία οι νόμοι τους προτρέπουν να στραφούν. Επίσης, το να ζει κανείς είναι κάτι φυσικό, το ίδιο και το να πεθαίνει, και για τον άνθρωπο η ζωή συγκαταλέγεται σε όσα τον συμφέρουν, ενώ ο θάνατος σε όσα δεν τον συμφέρουν. 

Όσα πλεονεκτήματα ανάγονται σε ισχύοντες νόμους αποτελούν για τη φύση δεσμά, ενώ όσα ανάγονται στη φύση είναι απαλλαγμένα από περιορισμούς. Δεν αληθεύει, αν το εξετάσουμε σωστά, ότι όσα πράγματα προξενούν πόνο προάγουν την ανθρώπινη φύση περισσότερο απ᾽ όσο εκείνα τα οποία προκαλούν ευχαρίστηση· ούτε ότι όσα πράγματα προξενούν λύπη προάγουν την ανθρώπινη φύση περισσότερο[8]απ᾽ όσο εκείνα τα οποία προκαλούν ηδονή. Γιατί όσα πράγματα προάγουν στ᾽ αλήθεια την ανθρώπινη φύση δεν πρέπει να βλάπτουν αλλά να ωφελούν. Έτσι, όσα από αυτά είναι χρήσιμα από τη φύση [...] ...κι όσοι αμύνονται, όταν υποστούν επίθεση, ενώ οι ίδιοι δεν επιχειρούν να επιτεθούν πρώτοι· κι όσοι φέρονται με καλοσύνη στους γονείς τους, έστω και αν οι γονείς είναι κακοί απέναντι τους· κι όσοι δίνουν στους άλλους τη δυνατότητα να βεβαιώσουν κάτι μ᾽ έναν όρκο, ενώ στους ίδιους δεν δίνεται αυτή η δυνατότητα. 

Στις παραπάνω πράξεις θα μπορούσε κανείς να βρει πολλά τα οποία αντιστρατεύονται τη φύση: Συμβαίνει αυτές οι πράξεις να οδηγούν σε περισσότερο πόνο, ενώ λιγότερος πόνος θα ήταν κάτι εφικτό, και σε λιγότερη ευχαρίστηση, ενώ περισσότερη ευχαρίστηση θα ήταν δυνατή, και στο να υφίσταται κανείς κάτι κακό, ενώ θα μπορούσε να μη το υποστεί. Αν λοιπόν όσοι ασπάζονται τέτοιες αρχές λάμβαναν μια βοήθεια από την πλευρά των νόμων και, παράλληλα, όσοι δεν τις ασπάζονται δοκίμαζαν κάποια μείωση, η υπακοή στους νόμους δεν θα ήταν χωρίς πλεονεκτήματα. Είναι όμως φανερό ότι η δικαιοσύνη του νόμου δεν επαρκεί να προσφέρει ικανοποιητική προστασία σε όσους τα τηρούν αυτά. Καταρχήν επιτρέπει σε όποιον παθαίνει[9] κάτι να το πάθει και σε όποιον διαπράττει κάτι να το διαπράξει· ούτε στη μια περίπτωση εμπόδισε αυτόν που έπαθε κάτι να το πάθει ούτε στην άλλη περίπτωση αυτόν που διέπραξε κάτι να το διαπράξει. Κι όταν πρόκειται για την τιμωρία, η δικαιοσύνη του νόμου δεν είναι διόλου περισσότερο με το μέρος αυτού ο οποίος έχει υποστεί κάτι παρά με το μέρος εκείνου ο οποίος έχει διαπράξει κάτι. Διότι το θύμα θα χρειαστεί να πείσει τους κριτές ότι έχει υποστεί μια αδικία προκειμένου να αξιώσει να κερδίσει μια δίκη.


Αρχαίο κείμενο:

[1] ...› δικαιοσύνη ‹οὖν› τὰ τῆς πό‹λεω›ς νόμιμα, ‹ἐν› ᾗ ἂν πολιτεύηταί τις, μὴ ‹παρ›αβαίνειν. χρῷτ᾽ ἂν οὖν ἄνθρωπος μάλιστα ἑαυτῷ ξυμφερόντως δικαιοσύνῃ, εἰ μετὰ μὲν μαρτύρων τοὺς νόμους μεγά‹λο›υς ἄγοι, μονούμενος δὲ μαρτύρων τὰ τῆς φύσεως· τὰ μὲν γὰρ τῶν νόμων ‹ἐπίθ›ετα, τὰ δὲ ‹τῆς› φύσεως ἀ‹ναγ›καῖα· καὶ τὰ ‹μὲν› τῶν νό‹μων› ὁμολογηθ‹έντ›α οὐ φύν‹τ᾽ ἐστί›ν, τὰ δὲ τῆς φύσεως φύν‹τα οὐχ› [2] ὁμολογηθέντα. τὰ οὖν νόμιμα παραβαίνων εἰὰν λάθῃ τοὺς ὁμολογήσαντας καὶ αἰσχύνης καὶ ζημίας ἀπήλλακται· μὴ λαθὼν δ᾽ οὔ· τῶν δὲ τῇ φύσει ξυμφύτων ἐάν τι παρὰ τὸ δυνατὸν βιάζηται, ἐάν τε πάντας ἀνθρώπους λάθῃ, οὐδὲν ἔλαττον τὸ κακόν, ἐάν τε πάντες ἴδωσιν, οὐδὲν μεῖζον· οὐ γὰρ διὰ δόξαν βλάπτεται, ἀλλὰ δι᾽ ἀλήθειαν. ἔστι δὲ πάν‹των› ἕνεκα τούτων ἡ σκέψις, ὅτι τὰ πολλὰ τῶν κατὰ νόμον δικαίων πολεμίως τῇ φύσει κεῖται· νενο‹μο›θ‹έ›τηται γὰρ ἐπί τε τοῖς ὀφθαλμοῖς, ἃ δεῖ [3] αὐτοὺς ὁρᾶν καὶ ἃ οὐ δεῖ· καὶ ἐπὶ τοῖς ὠσίν, ἃ δεῖ αὐτὰ ἀκούειν καὶ ἃ οὐ δεῖ· καὶ ἐπὶ τῇ γλώττῃ ἅ τε δεῖ αὐτὴν λέγειν καὶ ἃ οὐ δεῖ· καὶ ἐπὶ ταῖς χερσίν, ἅ τε δεῖ αὐτὰς δρᾶν καὶ ἃ οὐ δεῖ· καὶ ἐπὶ τοῖς ποσίν, ἐφ᾽ ἅ τε δεῖ αὐτοὺς ἰέναι καὶ ἐφ᾽ ἃ οὐ δεῖ· καὶ ἐπὶ τῷ νῷ, ὧν τε δεῖ αὐτὸν ἐπιθυμεῖν καὶ ὧν μή. ‹οὐ μὲ›ν οὖν οὐδὲν τῇ φύσει φιλιώτερα οὐδ᾽ οἰκειότερα, ἀφ᾽ ὧν οἱ νόμοι ἀποτρέπουσι τοὺς ἀν‹θ›ρώπ‹ους›, ἢ ἐφ᾽ ἃ ‹προ›τρέπουσιν‹·› τ‹ὸ δ᾽ αὖ› ζῆν ἐστι τῆς φύσεως καὶ τὸ ἀποθανεῖν, καὶ τὸ μὲν ζῆν αὐτ‹οῖς› ἐστιν ἀπὸ τῶν ξυμφερόντων, τὸ δὲ ἀποθανεῖν ἀπὸ τῶν μὴ [4] ξυμφερόντων. τὰ δὲ ξυμφέροντα τὰ μὲν ὑπὸ τῶν νόμων κείμενα δεσμὰ τῆς φύσεώς ἐστι, τὰ δ᾽ ὑπὸ τῆς φύσεως ἐλεύθερα. οὔκουν τὰ ἀλγύνοντα ὀρθῷ γε λόγῳ ὀνίνησιν τὴν φύσιν μᾶλλον ἢ τὰ εὐφραίνοντα· οὔκουν ἂν οὐδὲ ξυμφέροντ᾽ εἴη τὰ λυποῦντα μᾶλλον ἢ τὰ ἥδοντ‹α·› τὰ γὰρ τῷ ἀληθεῖ ξυμφέροντα οὐ βλάπτειν δεῖ, ἀλλ᾽ ὠφελεῖν. τὰ τοίνυν τῇ φύσει ξυμφέροντα τούτ‹ων› [...]· κα‹ὶ οἵτινε›ς ἂν [5] παθόντες ἀμύνωνται καὶ μὴ αὐτοὶ ‹ἄρχ›ωσι τοῦ δρᾶν· καὶ οἵτινες ἂν τοὺς γειναμένους καὶ κακοὺς ὄντας εἰς αὐτοὺς εὖ ποιῶσιν· καὶ οἱ κατόμνυσθαι διδόντες ἑτέροις, αὐτοὶ δὲ μὴ κατομνύμε‹νοι.› καὶ τούτων τῶν εἰρημένων πόλλ᾽ ἄν τις εὕροι πολέμια τῇ φύσει· ἔνι τ᾽ ἐν αὐτοῖς ἀλγύνεσθαί τε μᾶλλον, ἐξὸν ἥττω, καὶ ἐλάττω ἥδεσθαι, ἐξὸν πλείω, καὶ κακῶς πάσχειν, ἐξὸν μὴ πάσχειν. εἰ μὲν οὖν τις τοῖς τοιαῦτα προς‹ϊ›εμένοις ἐπικούρησις ἐγίγνετο παρὰ τῶν νόμων, τοῖς δὲ μὴ προσϊεμένοις, ἀλλ᾽ ἐναντιουμένοις ἐλάττωσις, οὐκ ἀν›όνητον ἂν› ἦν τ‹ὸ τοῖς νό›μοις πεῖ‹σμα· [6] νῦν› δὲ φαίνε‹ται τοῖς› προσϊεμ‹ένοις› τὰ τοιαῦτα τὸ ἐ‹κ› νόμου δίκαιον οὐχ ἱκανὸν ἐπικουρεῖν· ὅ γε πρῶτον μὲν ἐπιτρέπει τῷ πάσχοντι παθεῖν καὶ τῷ δρῶντι δρᾶσαι· καὶ οὔτε ἐνταῦθα διεκώλυε τὸν δρῶντα δρᾶσαι. εἴς τε τὴν τιμωρίαν ἀναφερόμενον οὐδὲν ἰδιώτερον ἐπὶ τῷ πεπονθότι ἢ τῷ δεδρακό‹τι·› πεῖ‹σ›αι γὰρ δ‹εῖ› αὐτὸ‹ν το›ὺς τ‹ιμω›ρ‹ήσοντ›ας, ὡς ἔπαθεν, ‹καὶ› δύνασθαι ἀπ‹αιτ›εῖ δίκην ‹ἑλεῖ›ν.

πηγή: greek-language

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια