ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΥ 4

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΥ 4

ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΣ (ΟΝΟΜΑΤΟΚΡΑΤΙΑ) - Η ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟ



ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Νομιναλισμός (Nominalismus) ή ονοματοκρατία αποκαλείται το φιλοσοφικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο οι λέξεις και τα ονόματα τα οποία αποδίδουμε στα πράγματα, δεν αφορούν την ουσία, την αλήθεια ή την αντικειμενική πραγματικότητα των φαινομένων, αλλά την ύπαρξη και τις ιδιότητές τους. Στην ουσία ο νομιναλισμός, αποτελεί το αντίρροπο φιλοσοφικό σύστημα του ρεαλισμού (πραγματοκρατία). Πήρε την ονομασία του κατά την εποχή του σχολαστικισμού, όμως σήμερα ο προσδιορισμός νομιναλιστικό αποδίδεται σε οποιοδήποτε φιλοσοφικό σύστημα αρνείται ότι οι έννοιες, οι ιδέες, οι νοητικές κατασκευές έχουν αντικειμενικότητα ή αντικειμενική (ή γενική, ή καθολική) ύπαρξη ανεξάρτητη από την ύπαρξη τους στο νου του υποκειμένου που σχηματίζει αυτές τις έννοιες. Ο νομιναλισμός αρνείται την πραγματική ύπαρξη των "καθολικών εννοιών" (universalia) με το επιχείρημα ότι η χρήση μιας γενικής έννοιας δεν συνεπάγεται την ύπαρξη συγκεκριμένου πράγματος (π.χ. υγεία, ανθρωπότητα ή οποιοδήποτε αντικείμενο), χωρίς όμως και να αρνείται τη χρήση τους. Έτσι η εφαρμογή γενικών λέξεων για συγκεκριμένα πράγματα χαρακτηρίζονται εύλογα ως αυθαίρετες.  Ο νομιναλισμός υποστηρίζει επίσης ότι η επιστημονική αλήθεια βρίσκεται στη μελέτη της φύσης και όχι στα δόγματα.




Α. Η ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΚΚΑΜ



Ο Ουίλλιαμ του Όκκαμ (1290-1349 μ.Χ.) υπήρξε ο διαμορφωτής ενός φιλοσοφικού συστήματος που διαπνεόταν από μια σκεπτικιστική διάθεση κατά του ουσιοκρατικού ρεαλισμού ακινάτειου ή στωικού τύπου.[1] Σε γενικές γραμμές, ο Όκκαμ προσπάθησε να επιφέρει μια ανατροπή της ουσιοκρατίας και κυρίως των ισχυρών ουσιακρατικών ρεαλισμών της εποχής του, χρησιμοποιώντας την αριστοτελική λογική και γνωσιοθερία.[2] Αφετηρία του φιλοσοφικού του στοχασμού υπήρξε η πίστη ότι τα κύρια σημεία του χριστιανικού δόγματος, η παντοδυναμία και η απόλυτη ελευθερία του Θεού, δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την ουσιοκρατία και το ρεαλισμό της εποχής του, ο οποίος είχε τη βάση του στις φιλοσοφικές θεωρίες των αρχαίων Ελλήνων.[3] Προσπάθησε να αποδείξει ότι όλα τα είδη ρεαλισμού της εποχής του ήταν παρανοήσεις και εσφαλμένες ερμηνείες της αριστοτελικής μεταφυσικής. Πίστευε ότι μόνο αυτός ακολουθούσε την πραγματική διδασκαλία του Αριστοτέλη ενάντια σε εκείνους που είχαν νοθεύσει την αριστοτελική θεωρία με ξένα στοιχεία από τον Πλάτωνα ή τους Άραβες.[4]


Ο Όκκαμ ανέπτυξε μια ακραία μορφή της λογικής των όρων με κύριο στόχο το ρεαλισμό της εποχής του και ειδικά το σκωτικό ρεαλισμό, επηρεασμένος από τη συλλογιστική του Πέτρου της Ισπανίας. O Πέτρος της Ισπανίας υποστήριξε ότι η Διαλεκτική είναι η κορυφαία επιστήμη και οδηγεί στην ανακάλυψη όλων των αρχών και μεθόδων. Η μεθοδολογία της Διαλεκτικής, όμως, χρειάζεται απαραίτητα τις λέξεις. Οι λέξεις αποτελούν καταρχήν φυσικές οντότητες καθώς και όρους με ορισμένη σημασία. Στο έργο του De suppositionibus προχώρησε στον διαχωρισμό των λογικών όρων σε signification (γενικό νόημα ) και suppositio ( εξειδικευμένο νόημα ). [5]

Ο Όκκαμ βασισμένος σε αυτόν τον συλλογισμό διαχώρισε την προφορική ( terminus prolatus) και τη γραπτή λέξη ( terminus scriptus) από την έννοια την οποία σηματοδοτούν (terminus conceptus). Οι λέξεις είναι συμβατικές σε όλους τους ανθρώπινους πολιτισμούς και είναι αδύνατον σε κάποιον που δε μιλά τη γλώσσα ή τη διάλεκτο μιας συγκεκριμένης περιοχής, να κατανοήσει τη σημασία τους. Αντίθετα, οι έννοιες που οι λέξεις σηματοδοτούν ανεξάρτητα από τη γλωσσική διάλεκτο από την οποία προέρχονται είναι οι ίδιες. Ονόμασε αυτή την έννοια ( terminus conceptus) φυσικό σήμα, τονίζοντας ότι η εμπειρία κάποιου πράγματος από τον άνθρωπο δημιουργεί με φυσικό τρόπο την αντίστοιχη έννοια.

Οι λογικοί όροι ανήκουν επίσης στα φυσικά σήματα, δηλαδή στις συμβατικές μορφές έκφρασης και λειτουργούν ως suppositio (δηλαδή να δώσουν εξειδικευμένο νόημα) μόνο μέσα στην πρόταση. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Όκκαμ τα ΄΄καθόλου΄΄, δηλαδή οι γενικές και καθολικές έννοιες των όντων είναι όροι οι οποίοι με τη χρήση του εξειδικευμένου νοήματος σημασιοδοτούν τα ΄΄καθέκαστον επιμέρους΄΄, δηλαδή τα συγκεκριμένα όντα τα οποία είναι αντιληπτά με τις αισθήσεις μας. Σύμφωνα με αυτόν τον συλλογισμό ο Όκκαμ φτάνει επαγωγικά στο συμπέρασμα ότι οι καθολικές έννοιες δεν υπάρχουν.[6] Η ύπαρξη των καθολικών εννοιών είναι συμβατική και είναι αποτέλεσμα του πολιτισμικού πλαισίου του πολιτισμού στον οποίον ανήκουν.[7]

Η θεωρία του Όκκαμ για τα καθόλου ονομάζεται ΄΄νομιναλισμός΄΄ γιατί μόνο τα ονόματα καθώς και οι έννοιες που είναι ονόματα σε μια νοητική γλώσσα, μπορούν να ΄΄κατηγορηθούν σε πολλά΄΄. [8] Η θεωρία αυτή, γνωστή και ως το ξυράφι του Όκκαμ πρότεινε την επιστημονική οικονομία, την προτίμηση δηλαδή της ευθείας, κατά το δυνατό πιο απλής εξήγησης των φυσικών φαινομένων.  Το Ξυράφι του Όκαμ (Occam's Razor, εναλλακτική ορθογραφία Το Ξυράφι του Όκκαμ, αποδίδεται και ως Λεπίδα του Όκαμ), είναι επιστημονική αρχή, η οποία  αποτελεί την βάση της μεθοδολογικής απαγωγής και αποκαλείται επίσης αρχή της οικονομίας.


Στην απλούστερη διατύπωσή του, το Ξυράφι του Όκαμ εκφράζεται ως εξής: «Κανείς δεν θα πρέπει να προβαίνει σε περισσότερες εικασίες από όσες είναι απαραίτητες».

Η αρχή αυτή πρωτοδιατυπώνεται από του Πυθαγόρειους δυο χιλιετίες νωρίτερα,όπως μας πληροφορεί ο φιλόσοφος Πρόκλος, του οποίου το Πανεπιστήμιο είναι στην οδό Ηρώδου Αττικού, θαμμένο κάτω από το πεζοδρόμιο, μπροστά στο θέατρο του Διονύσου. Στα Ελληνικά διατυπώνεται ως εξής "τῶν μὲν Πυθαγορείων ... παρακέλευσμα ἦν ...... δι' ἐλαχίστων καὶ ἁπλουστάτων ὑποθέσεων ἐπειδὴ δὲ καὶ τοῖς κλεινοῖς Πυθαγορείοις" και "δεῖν γὰρ ἐπ' ἐκείνων καὶ αὐτὸν παρακελεύεσθαι τὸν Πυθαγόραν ζητεῖν ἐξ ἐλαχίστων καὶ ἁπλουστάτων ὑποθέσεων δεικνύναι τὰ ζητούμενα·"

Στα λατινικά διατυπώνεται ως:

Pluralitas non est ponenda sine necessitate

Η φράση αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί πολύ ελεύθερα ως εξής: Όταν δύο θεωρίες παρέχουν εξίσου ακριβείς προβλέψεις, πάντα επιλέγουμε την απλούστερη.

Παράδειγμα: Παρατηρούμε ότι ένα δέντρο έχει πέσει μετά από μια θύελλα. Βάσει του δεδομένου της θύελλας συνδυασμένου με αυτό του πεσμένου δέντρου, μία λογική εικασία θα ήταν να υποθέσουμε ότι η ισχύς της θύελλας ξερίζωσε και έριξε κάτω το δέντρο. Αυτή η υπόθεση δεν προσβάλλει την κριτική μας σκέψη, καθότι υπάρχουν ισχυροί λογικοί δεσμοί μεταξύ αυτού που ήδη γνωρίζουμε και αυτού που υποθέτουμε ότι έγινε (δηλ. το ότι βλέπουμε και ακούμε τις θύελλες αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την ύπαρξή τους και για το ότι είναι ικανές να ξεριζώσουν και να ρίξουν κάτω δέντρα). Μία εναλλακτική υπόθεση θα ήταν ότι ένας γιγάντιος εξωγήινος ξερίζωσε το δέντρο. Αυτή η υπόθεση, ωστόσο, προϋποθέτει αρκετές περαιτέρω εικασίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από διάφορες λογικές αδυναμίες που προκύπτουν από ασυνέπειες με τα όσα ήδη γνωρίζουμε (αναφορικά με την ύπαρξη των εξωγήινων, την ικανότητα και την πρόθεσή τους να εκτελούν διαστρικά ταξίδια, την ικανότητα και την πρόθεσή τους να ξεριζώνουν δέντρα—είτε επίτηδες είτε όχι—καθώς και την ύπαρξη εξωγήινης βιολογίας που τους επιτρέπει να έχουν 200 μέτρα ύψος παρά την βαρύτητα της γης), πράγμα που την καθιστά απορριπτέα.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν ένας ασθενής χειρουργείται και πριν την εγχείριση ο γιατρός έχει αποφανθεί ότι οι πιθανότητες επιβίωσης του είναι μηδαμινές. Εάν τελικά ο ασθενής επιβιώσει η λογική με τις λιγότερες εικασίες είναι ότι ο γιατρός έκανε λάθος διάγνωση. Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις επικρατεί η λογική του θαύματος, η οποία προϋποθέτει αρκετές περαιτέρω εικασίες. Στην αντίθετη περίπτωση που ο γιατρός έχει αποφανθεί ότι πρόκειται για μια απλή εγχείριση και τελικά ο ασθενής πεθαίνει, η απλή εικασία του ιατρικού λάθους όμως υπερισχύει.

Β. Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 17ΟΥ -18ΟΥ ΑΙΩΝΑ, Ο ΛΟΚ ΚΑΙ Ο ΜΠΑΡΚΛΕΥ


Στο ΄΄Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση (1690), ο Λόκ υπήρξε ο εισηγητής του εμπειρικού ιδεαλισμού, του φιλοσοφικού ρεύματος που συνδέει τη γνώση με την εμπειρία και την υποκειμενική άποψη του ατόμου που παρατηρεί τα πράγματα. Αντιτιθέμενος στη θεωρία των έμφυτων ιδεών ισχυρίστηκε ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι μια άγραφη πλάκα (tabula rasa) και η γνώση είναι επίκτητη. Σύμφωνα με τον Λόκ αποκτούμε τις ιδέες που αντιστοιχούν στα γεγονότα του εξωτερικού κόσμου διαμέσου των αισθήσεών μας. Οι ιδέες αυτές αποτελούν τα αντικείμενα της νόησης, όταν οι άνθρωποι σκέπτονται, και αντικαθιστούν στο νου τα πράγματα του κόσμου.[9] Με τη νόηση μπορεί κανείς να ατενίσει τα πράγματα του εξωτερικού κόσμου που δεν είναι παρόντα ανακαλώντας τις ιδέες τους.[10]

Οι ιδέες αυτές που σχηματίζονται με τη βοήθεια των αισθήσεων περιγράφονται με λέξεις ώστε να μπορούμε να τις αποθηκεύουμε στη μνήμη καθώς και να τις μεταδίδουμε στους άλλους ανθρώπους.[11] Οι λέξεις με τις οποίες περιγράφουμε τις ιδέες είναι απλές συμβάσεις και δεν σχετίζονται με την ουσία των πραγμάτων. Οι σύνθετες ιδέες με τη σειρά τους σχηματίζονται από τις απλές ιδέες με τη μεσολάβηση του ανθρώπινου πνεύματος. Ο συνδυασμός των απλών ιδεών οδηγεί στη δημιουργία σύνθετων ιδεών ή ιδεών που αφορούν σχέσεις (ομοιότητα-διαφορά) ή γενικές ιδέες που αναφέρονται σε σύνολα αντικειμένων. Ο Λόκ πιστεύει ότι παρατηρώντας τα διάφορα μεμονωμένα αντικείμενα που έχουν κοινό κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τα κάνει να μοιάζουν, σχηματίζουμε μια αφηρημένη γενική ιδέα.[12]

Ο Λόκ θέλοντας να αντικρούσει τη σχολαστική αντίληψη των υποστάσεων ως μεταφυσικών ουσιών, τις θεωρεί ως ένα σύνολο αισθητών ποιοτήτων που συμβαίνει να συνδέονται μονίμως με τον ίδιο τρόπο. Οι ποιότητες αυτές βρίσκονται έξω από τον άνθρωπο και συγκροτούν την εσωτερική δομή και τα συστατικά χαρακτηριστικά των πραγμάτων του υλικού κόσμου. Οι ποιότητες αυτές αντανακλώνται στον ανθρώπινο νου με τη μορφή των ιδεών. Χωρίζονται σε πρωτεύουσες ποιότητες, δηλαδή όταν ένα αντικείμενο δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς αυτές και σε δευτερεύουσες όταν μπορεί να νοηθεί και χωρίς αυτές.[13]

Αντίθετα ο Μπάρκλεϋ θεωρεί εσφαλμένη τη διάκριση μεταξύ πρωτευουσών και δευτερευουσών ιδιοτήτων με την οποία ο Λόκ προσπάθησε να θεμελιώσει την αντικειμενική ύπαρξη των πραγμάτων.[14] Σύμφωνα με τον Λόκ όλη μας η γνώση εξαντλείται στα δεδομένα της εμπειρίας που αποτελούνται από τους συνδυασμούς των ιδεών στη νόησή μας. Αν όμως, όπως επισημαίνει ο Μπάρκλεϋ, όλη μας η γνώση για τον εξωτερικό κόσμο προκύπτει από σχέσεις ιδεών πώς μπορεί να είναι κανείς βέβαιος ότι αυτό που γνωρίζει είναι ο πραγματικός κόσμος; Αν το μόνο που γνωρίζουμε είναι ιδέες, πώς γνωρίζουμε για τις ποιότητες των σωμάτων, αφού δεν είναι ιδέες; Το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε σύμφωνα με τον Λόκ είναι ότι εάν ένα αντικείμενο έχει ορισμένες ποιότητες τότε θα έχει και άλλες ποιότητες. Αλλά ουσιαστικά δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχουν στην πραγματικότητα τέτοια αντικείμενα ή είναι αποτέλεσμα της ερμηνείας των αισθητηρίων ερεθισμάτων που δέχεται ο νους μας από τον εξωτερικό κόσμο.

Βέβαια, σε αυτόν τον ισχυρισμό του, ο Λόκ αντιτείνει την άποψη ότι το πνεύμα που θεωρεί τις αφηρημένες του ιδέες μπορεί να συλλάβει τις σχέσεις τους με την ενόραση και να οδηγήσει σε βέβαιη γνώση. Η απόδειξη οφείλει να συγκροτείται από μια αδιάλειπτη αλληλουχία ενοράσεων.[15] 
Η μυστικιστική αυτή προδιάθεση είναι εμφανής και στο φιλοσοφικό έργο του Μπάρκλεϋ, αν και φαινομενικά είναι προσηλωμένο σε έναν ακραιφνή εμπειρισμό. Ο Μπάρκλεϋ ήταν φανατικός εμπειριστής αλλά ταυτόχρονα βαθιά θρησκευόμενος. Σκοπός του ήταν να καταπολεμήσει τα φιλοσοφικά θεμέλια της αθεΐας. Αρνήθηκε ΄΄την ύπαρξη άψυχης ύλης που δημιουργήθηκε από το πουθενά΄΄, όπως και τα ΄΄καθ΄όλου΄΄ της πλατωνικής, αριστοτελικής ή καρτεσιανής παράδοσης΄΄[16]. Ο Θεός είναι ο ίδιος η αιτία των ιδεών μας και δεν χρειάζεται την ύλη.[17] Σύμφωνα με τον Μπάρκλεϋ υπάρχει μόνο η πνευματική δραστηριότητα που περιλαμβάνει τη φαντασία, τη μνήμη, τη σκέψη, τα συναισθήματα. Ο κόσμος υπάρχει μόνο ως αντικείμενο του πνεύματος. Για το λόγο αυτό αν ο κόσμος είναι κάτι το αντιληπτό υπάρχει ένα πνεύμα που τον αντιλαμβάνεται και αυτό είναι ο θεός. Οι αισθήσεις και τα δεδομένα τους δεν υποδεικνύουν την ύπαρξη ενός πραγματικού και ανεξάρτητου υλικού κόσμου πέρα από το ΄΄πνεύμα ΄΄, γιατί οι αισθητές ιδιότητες σχετίζονται με το υποκείμενο που τις αντιλαμβάνεται. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Αναλύοντας τη νομιναλιστική θεωρία του Όκκαμ για τις καθολικές έννοιες και συγκρίνοντάς την με τις αντίστοιχες θέσεις του Εμπειρισμού των Λόκ και Μπάρκλεϋ φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι και οι τρεις διανοητές απορρίπτουν: ο Όκκαμ την ύπαρξη των γενικών εννοιών, ο Λόκ των έμφυτων ιδεών, ο Μπάρκλεϋ την ύπαρξη της άψυχης ύλης που δημιουργήθηκε από το πουθενά όπως τα ΄΄καθ΄ όλου΄΄ της πλατωνικής και αριστοτελικής παράδοσης. Ουσιαστικά απορρίπτουν την οντολογική υπόσταση των εννοιών που προαναφέραμε. Ο Όκκαμ θεωρεί τις καθολικές έννοιες συμβάσεις της γλώσσας, ο Λόκ θεωρεί τις ιδέες αποτέλεσμα της νόησης και ο Μπάρκλεϋ θεώρησε τον Θεό αιτία της δημιουργίας των ιδεών μας.

Πέρα, όμως, από τις επιμέρους διαφορές των φιλοσόφων που προαναφέραμε, οι οποίες είναι το αποτέλεσμα των διαφορετικών κοινωνικών, πολιτικών και ιστορικών περιόδων στις οποίες έζησαν καθώς και των ατομικών επιλογών, διακρίνουμε μια βασική ομοιότητα. Η ομοιότητα είναι η προσήλωση που δείχνουν και οι τρεις στην εμπειρία ως μέσο για την ερμηνεία από τον άνθρωπο του εξωτερικού κόσμου. Επίσης, κοινή είναι η πεποίθηση στους Λόκ και Όκκαμ ότι η αποδεικτική γνώση βρίσκεται στη σύνδεση της άμεσης εμπειρίας και της ενορατικής γνώσης.[18] Βέβαια, σημαντική είναι και η κριτική που ασκεί ο Μπέρκλευ στη βεβαιότητα της ανθρώπινης γνώσης που διατύπωσε ο Λόκ αλλά και στη διαδικασία της αφαίρεσης μέσα από την οποία σχηματίζονται οι γενικές ιδέες.[19] 
Ουσιαστικά, οι τρεις φιλόσοφοι που μελετήσαμε μετέχουν στο ίδιο πρόβλημα που βρισκόταν στο κέντρο του φιλοσοφικού ενδιαφέροντος από την εποχή της ακμής της ελληνικής φιλοσοφίας και επανήλθε όταν η σχολαστική φιλοσοφία έκανε τα πρώτα βήματά της, με αφετηριακό σημείο την εισαγωγή του Πορφύριου στο αριστοτελικό σύγγραμμα ΄΄Κατηγορίαι΄΄[20]. Από τη στιγμή που ο Σωκράτης υπέδειξε ότι έργο της επιστήμης είναι ο στοχασμός του κόσμου μέσα σε έννοιες, δημιουργήθηκε και το ερώτημα πώς σχετίζονται οι έννοιες γένους με την πραγματικότητα, ως ένα από τα κύρια θέματα του φιλοσοφικού στοχασμού.

Η μεγάλη αξία, όμως, στις θεωρίες τους έγκειται στο γεγονός της αμφισβήτησης της οντολογικής ύπαρξης των έμφυτων ιδεών και των ΄΄καθ΄ όλου΄΄, δηλαδή των γενικών και καθολικών εννοιών. Η θεωρία των έμφυτων ιδεών μπορούσε να οδηγήσει σε συντηρητικές απόψεις, αφού δεν τίθενται υπό εξέταση, διερεύνηση και αμφισβήτηση. Οι θεωρίες, όμως, των Λόκ και Όκκαμ έδιναν την πρωτοκαθεδρία στην ατομική κρίση η οποία ισχυροποιούσε το άτομο απέναντι στην αυθεντία και στο δόγμα [21]. Στη σκέψη του Όκκαμ και των άλλων νομιναλιστών της εποχής του η μόνη αποτελεσματική επίθεση κατά της παπικής απολυταρχίας ήταν η αναίρεση του ρεαλισμού. Αλλά και για τον Λόκ, ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από το πρωταρχικό γεγονός, τη συνείδηση της δύναμής του, η οποία του παρέχει την ιδέα της ελευθερίας του. Σύμφωνα με τη θεωρία του, ο άνθρωπος μπορεί να έχει ιδέες μόνο σε συνάρτηση με τα δεδομένα της αισθητής εμπειρίας του, επομένως όλες οι ηθικές αρχές του μπορούν να υπάρχουν μόνο με βάση τα δεδομένα των αισθήσεων του. 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ø Μ. Αyers, Τζον Λόκ, Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα 2004.
Ø Ιστορία της Δυτικής φιλοσοφίας, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2005.
Ø Σ. Βιρβιδάκης και άλλοι, Ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη:από την αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, τόμος Α΄, Εκδόσεις Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2000.
Ø A. Gottlieb, Το όνειρο της Λογικής, Η ιστορία της φιλοσοφίας από τους Έλληνες μέχρι την Αναγέννηση, Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα 2004. 
Ø Π. Δρακόπουλος, Μεσαίωνας, Ελληνικός και Δυτικός, Παρουσία, Αθήνα 2002. 
Ø J. Dunn, Λόκ, Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2006
Ø Η Φιλοσοφία, Τόμος Α΄, Από τον Πλάτωνα ως τον Θωμά Ακινάτη, Από τον Γαλιλαίο ως τον Ζ. Ζ. Ρουσώ, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 2006.
Ø Η Φιλοσοφία, Τόμος Β΄, Από τον Κάντ ως τον Χούσσερλ, Ο εικοστός αιώνας, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 2006.
Ø A. C. Lloyd, Οι Ύστεροι Νεοπλατωνικοί, Εκδόσεις Ενάλιος Αθήνα 2006.
Ø Γ. Μολυβάς, Φιλοσοφία στην Ευρώπη, Τόμος Β΄, Η εποχή του Διαφωτισμού, Εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα 2000.
Ø Π. Χ. Νούτσος, Ο Νομιναλισμός, οι κοινωνικές προϋποθέσεις της ύστερομεσαιωνικής φιλοσοφίας, Κέδρος, Αθήνα 1980. 
Ø Περιοδικό Υπόμνημα στη φιλοσοφία, αφιέρωμα στην Πολιτεία του Πλάτωνα, τεύχος 2, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2004.
Ø Μ. Ρασσέλ, Ιστορία της Δυτικής φιλοσοφίας τόμος Α΄, Η αρχαία φιλοσοφία, η καθολική φιλοσοφία Ι, Εκδόσεις Ι. Δ. Αρσενίδης & Σια, χ.χ..
Ø Μ. Ρασσέλ, Ιστορία της Δυτικής φιλοσοφίας τόμος Α΄, Η καθολική φιλοσοφία ΙΙ, Η νεότερη φιλοσοφία, Εκδόσεις Ι. Δ. Αρσενίδης & Σια, χ.χ.. 
Ø J. Russ, Η περιπέτεια της ευρωπαϊκής σκέψης, Μια ιστορία των ιδεών της Δύσης, Τυπωθήτω, Αθήνα 2005.
Ø W. Windelband- H. Heimsoeth, Εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσοφίας, Β΄τόμος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005.
Ø R. S. Woolhouse, Φιλοσοφία της επιστήμης, τόμος Β΄, Εμπειριστές, Πολύτροπον, Αθήνα 2003. 


[1] Ο Ιωάννης Σκώτος Εριγένης είναι εκείνος ο φιλόσοφος που ανέπτυξε τις βασικές ιδέες του ΄΄νεοπλατωνικού ρεαλισμού΄΄. Ξεκινώντας από τις ιδέες του Πλάτωνα, παρουσιάζει το γενικό (οι έννοιες γένους- γενικές έννοιες) ως την πιο πρωταρχική πραγματικότητα, η οποία παράγει από τον εαυτό της το ειδικό και το περιέχει. Τα γενικά αντικείμενα δεν είναι μόνο οντότητες ( res –ρεαλισμός ) αλλά σε σχέση με τα επιμέρους είναι πιο πρωταρχικές, πιο πραγματικές οντότητες και είναι αυτές που τα παράγουν και τα καθορίζουν. W. Windelband- H. Heimsoeth, Εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσοφίας ,Β΄τόμος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005, σ. 42. 
[2] Κ. Αθανασόπουλος, Φιλοσοφία στην Ευρώπη, Τόμος Α΄, Η φιλοσοφία στην Ευρώπη από τον 6ο έως τον 16ο αιώνα, Εκδόσεις Ε.ΑΠ. Πάτρα 2001, σ. 155-156, 174.
[3] O ρεαλισμός έπλασε την πιο σημαντική χριστιανική διδασκαλία, την ΄΄οντολογική απόδειξη της ύπαρξης του θεού΄΄, όπως τη διατύπωσε ο Άνσελμος της Κανταβρυγίας, P. V. Spade, Μεσαιωνική φιλοσοφία, στο Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, Νεφέλη, Αθήνα 2005,σ. 44. Για την απόδειξη της ύπαρξης του θεού βλέπε σχετικά, , Κ. Αθανασόπουλος, ό.π., σ. 64-67 
[4] P. V. Spade, ό.π.,σ. 149. Επίσης, Κ. Αθανασόπουλος, ό.π., σ. 156.
[5] Ο Πέτρος της Ισπανίας πιστεύει ότι πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ δύο σχέσεων που μπορεί να έχει το σήμα –ο λογικός όρος –η λέξη με αυτό που σηματοδοτεί. Δηλαδή διακρίνει το διαχωρισμό μεταξύ του γενικού νοήματος της λέξεως και του εξειδικευμένου νοήματος που μπορεί επίσης να έχει. Κ. Αθανασόπουλος, ό.π., σ. 158. 
[6] Για τον Όκκαμ οι έννοιες είναι απλώς σημεία ή λέξεις και δεν φτάνουν στο όν. Εδώ οφείλεται η έρευνα της σταθερής διαδοχής σημείων που αποτέλεσε και το πεδίο της εμπειρικής επιστήμης. Απωθώντας τις μεταφυσικές οντότητες και στρεφόμενος προς τις ακολουθίες γλωσσικών διατυπώσεων, ο νομιναλισμός οδήγησε στην προνομιακή μεταχείριση της ιδέας της επιστήμης. J. Russ, Η περιπέτεια της ευρωπαϊκής σκέψης, Μια ιστορία των ιδεών της Δύσης, Τυπωθήτω, Αθήνα 2005, σ. 106 Σχετικά, Αθανασόπουλος, ό.π., σ. 159. Για την αμφισβήτηση της ύπαρξης των γενικών εννοιών, W. Windelband- H. Heimsoeth, ό.π., σ.60. Τα καθ΄όλου σύμφωνα με τον Όκκαμ είναι το ΄΄χειρότερο λάθος της φιλοσοφίας΄΄ και αποτελούν απλά λεκτικά σύμβολα ( nomina), Π. Νούτσος, Ο Νομιναλισμός, οι κοινωνικές προϋποθέσεις της ύστερομεσαιωνικής φιλοσοφίας, Κέδρος, Αθήνα 1980, σ. 12. 
[7] Σύμφωνα με τον Κ. Αθανασόπουλο, με το συλλογισμό αυτό του Όκκαμ: ΄΄μετατρέπονται όλες οι γενικές κατηγορίες όντων , από τα χρώματα μέχρι το χρόνο και τα βιολογικά είδη, σε μη υπαρκτά και εξαρτώμενα από ένα δρον υποκείμενο που τα αντιλαμβάνεται΄΄. Το να υποστηρίζουμε ότι οι καθολικές έννοιες υπάρχουν είναι ουσιαστικά αντίφαση γιατί με την ύπαρξη τους μετατρέπονται ταυτόχρονα σε συγκεκριμένα όντα. ( τα σχετικά χωρία που χρησιμοποιεί Primum Sententiarum, 2,8Q και 2,4,Dκαι 2,6, Bκαι 2,6,E, Summa totius logicae, 1,63, Quodlibet.,4,19), Κ. Αθανασόπουλος, ό.π., σ. 158. Για το ίδιο θέμα ο P. V. Spade, λέει ΄΄Πίστευε ότι τα καθόλου ήταν θεωρητικώς περιττά, και σε κάποιες εκδοχές τους τουλάχιστον, εννοιολογικώς ασυνάρτητα.΄΄, P. V. Spade, ό.π., σ. 149. 
[8] Ο ΄΄νομιναλισμός΄΄ είναι όρος που χρησιμοποιείται σε μεγάλη ποικιλία ισχυρισμών και πρέπει να είναι κανείς σαφής για το τι εννοεί όταν τον χρησιμοποιεί. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα άλλο θέμα το οποίο χαρακτηρίζεται ως ένα είδος ΄΄νομιναλισμού΄΄ στον Όκκαμ, παρόλο που είναι τελείως ανεξάρτητο από την απόρριψη των καθολικών οντοτήτων. Αυτό το θέμα αφορά την άποψη του Όκκαμ ότι πρέπει κανείς να περιορίζει τις οντολογικές κατηγορίες σε δύο μόνο ΄΄την ουσία και το ποιόν΄΄. P. V. Spade, ό.π., σ. 150. Για την υιοθέτηση από τον Όκκαμ της ΄΄αρχής της οικονομίας ΄΄ σύμφωνα με την οποία πρέπει να απαλλαγούμε από τις επιπλέον οντολογικές κατηγορίες και να επικεντρωθούμε στα ΄΄υπαρκτά και άμεσα αντιληπτά εξατομικευμένα όντα΄΄, βλέπε Αθανασόπουλος, ό.π., σ. 159. Για το ίδιο θέμα βλέπε τους W. Windelband- H. Heimsoeth, ό.π., σ.81-82. 
[9] F. Duchesneau, John Locke, στο Η Φιλοσοφία, Τόμος Α΄, Από τον Πλάτωνα ως τον Θωμά Ακινάτη, Από τον Γαλιλαίο ως τον Ζ. Ζ. Ρουσώ, Εκδόσεις Γνώση, σ. 562.
[10] Γ. Μολυβάς, Φιλοσοφία στην Ευρώπη, Τόμος Β΄, Η εποχή του Διαφωτισμού, Εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα 2000, σ. 51-52. Λέγοντας ιδέες ο Λόκ εννοεί ΄΄όλα όσα είναι αντικείμενο της νόησης όταν ο άνθρωπος σκέπτεται ΄΄ (εισαγωγή, 8 στο Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση), F. Duchesneau, ό.π., σ. 554. 
[11] ΄΄Τείνω να πιστέψω ότι οι Άνθρωποι, όταν καταλήγουν να εξετάσουν τις απλές Ιδέες που έχουν για τα πράγματα, τείνουν γενικά να συμφωνούν μεταξύ τους, αν και κατά τη συζήτηση ίσως να προκαλούν σύγχυση ο ένας στον άλλο, χρησιμοποιώντας διαφορετικά Ονόματα.΄΄ (Λόκ, Ε180, Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση). J. Dunn, Λόκ, Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2006,ό.π., σ. 85. 
[12] Για το σχηματισμό των ιδεών αυτών, ο Λόκ, σύμφωνα με τον Γ. Μολυβά, μας δίνει τρεις αλληλοαναιρούμενες εκδοχές. Γ. Μολυβάς, ό.π., σ. 53. Ανάλογη είναι και η προσέγγιση του συνόλου του έργου του Λόκ για την ανθρώπινη γνώση από τους σημερινούς μελετητές. Διαφωνίες υπάρχουν αρχικά ως προς την αξία του ενώ άλλοι θεωρούν τις απαντήσεις του συγκεχυμένες. J. Dunn, ό.π., στον πρόλογο,σ.2. 
[13] Για τις πρωτεύουσες και δευτερεύουσες ιδιότητες και την δύναμη που τις συνδέει βλέπε, F. Duchesneau, .ο.π., σ. 556-557.
[14] ΄΄Η επανάληψη των ίδιων σχηματισμών των φαινομένων στον Locke χρησιμεύει για να προσανατολίσει το πνεύμα προς την αντίληψη της ιδιάζουσας ορθολογικότητας των φαινομένων.΄΄ F. Duchesneau, .ο.π., σ. 558.

[15] F. Duchesneau, .ο.π., σ. 566.
[16] Γ. Μολυβάς, ό.π., σ. 56. 
[17] Ο Mπέρκλευ ουσιαστικά συνεχίζει τη φιλοσοφική παράδοση της ΄΄Μέσης πλατωνικής Ακαδημίας΄΄, από τον Albinus έως τον Αυγουστίνο, που δέχονταν την ύπαρξη των ΄΄universalia΄΄ μέσα στη σκέψη του Θεού. Π. Νούτσος, ό.π., σ. 12. 

[18] Κ. Αθανασόπουλος, όπ., σ. 160.
[19] Γ. Μολυβάς, ό.π., σ. 53, 57-58.
[20] A. C. Lloyd, Οι Ύστεροι Νεοπλατωνικοί, Εκδόσεις Ενάλιος Αθήνα 2006, σ. 51. Αν και ο Α. Φ. Μουρελάτος πιστεύει ότι η αντιδιαστολή των καθόλου προς τα καθ΄έκαστα απασχόλησε και τη σκέψη των προ-Σωκρατικών. Α.Φ. Μουρελάτος, Η διάκριση καθόλου / καθ΄ έκαστα στον Δημόκριτο, στο Περιοδικό Υπόμνημα στη φιλοσοφία, αφιέρωμα στην Πολιτεία του Πλάτωνα, τεύχος 2, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2004. 


πηγή: mb-soft.com - el.wikipedia - larissablogs

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια